DATE

Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

Η μάχη για το «μακεδονικό» έθνος δεν δόθηκε ποτέ



 του Φίλιου Στάγκου

Να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Γλώσσα και ταυτότητα –δηλαδή συνείδηση– είναι έθνος. Δια της κυβέρνησής της, η Ελλάδα αναγνώρισε χθες το «μακεδονικό» έθνος. Για την ακρίβεια, αναγνώρισε στην κυρίαρχη πληθυσμιακά εθνοτική συνιστώσα της γείτονος, το «δικαίωμα» να αυτοαποκαλούνται «Μακεδόνες» ομιλούντες τη «μακεδονική». Το «δικαίωμα» που είχαν πάρει από μόνοι τους πριν από 75 τουλάχιστον χρόνια. Το «δικαίωμα» που τους είχε ήδη αναγνωρίσει το 99,9% του πλανήτη…
Οπως εκδηλώθηκε από την επομένη της διάλυσης της πρώην Γιουγκοσλαβίας, η διαφορά Αθηνών-Σκοπίων –το περίφημο «ονοματολογικό»– συνιστά μία «ασύμμετρη» διένεξη. Σε ένα αιρετικό κείμενο μου το 2009 έγραφα ότι «ο χρόνος κυλά σε βάρος της Ελλάδας, η οποία αδυνατεί να ονοματοδοτήσει από μόνη της μία τρίτη χώρα, ενώ έχει σχεδόν αποδεχθεί πως στη διεθνή διπλωματική πρακτική δε νοείται διαπραγμάτευση για την ταυτότητα ενός άλλου λαού». Οι λέξεις εκείνες, 18 μήνες μετά το «θρίαμβο» του Βουκουρεστίου, περιείχαν ειλικρινή αγωνία απέναντι στο γεγονός ότι η ελληνική πλευρά είχε προ πολλού εγκαταλείψει τη μάχη για την περίφημη «ταυτότητα».


Μία μάχη που στην ουσία δεν δόθηκε ποτέ. Δεν δόθηκε στην «ενδιάμεση συμφωνία» (1995) που γέννησε το «FYROM-ΠΓΔΜ», φύλλο συκής της ελληνικής διπλωματίας απέναντι στην καθημερινή χρήση της συνταγματικής ονομασίας από φίλους και εταίρους διεθνώς. Δεν δόθηκε ούτε μετά, στην οκταετία Κ. Σημίτη ο οποίος συγκέντρωσε τις εθνικές προσπάθειες στην εξασφάλιση της Κύπρου μέσω της ένταξής της στην ΕΕ και της επίλυσης του Κυπριακού. Δεν δόθηκε ούτε από την επταετή διακυβέρνηση του (Μακεδόνα) Κ. Καραμανλή. Η θέση μας τότε ήταν ότι «όχημα του αλυτρωτισμού είναι το όνομα του κράτους» και ότι «αν αυτό αλλάξει erga omnes, είμαστε ικανοποιημένοι».
Ηταν η εποχή που οι ιδέες που παρήγαγε η ελληνική διπλωματία για το ζήτημα της ταυτότητας έφταναν μέχρι το αμετάφραστο (sic) «makedonski». Τονίζω ότι η Ελλάδα διένυε τότε έναν ιδιότυπο «μήνα μέλιτος», απαλλαγμένη από τις κάθε είδους πιέσεις του διεθνούς παράγοντα, χάρη στον ξεδιάντροπο «αρχαιομακεδονισμό» του εθνικο-λαϊκιστή Ν. Γκρούεφσκι. Η Ελλάδα είχε κάνει τον ιστορικό συμβιβασμό της, αποδεχόμενη μία σύνθετη (με τον όρο «Μακεδονία» μέσα) ονομασία για το κράτος, αρκεί αυτή να είναι έναντι όλων, erga omnes. Ήταν η κόκκινη γραμμή μας. Για τους παρεπιδημούντες το τρίγωνο Βουλή-Μαξίμου-ΥΠΕΞ ήταν γνωστό ότι τα περί ταυτότητας, γλώσσας κλπ αποτελούσαν «λεπτομέρειες». Ουδέποτε εξήγησαν ευθαρσώς στην ελληνική κοινωνία ότι ήταν η κόκκινη γραμμή της άλλης πλευράς.
Η μάχη για το «μακεδονικό» έθνος δεν δόθηκε ποτέ, ούτε από τις κυβερνήσεις της οικονομικής λαίλαπας, Γ. Παπανδρέου, Αντ. Σαμαρά και Αλ. Τσίπρα.
Σε έναν αγώνα που βιάζεσαι να λήξει ισόπαλος, γιατί ο χρόνος θα σου πάρει και τα αβγά και τα πασχάλια, δεν προσθέτεις κόκκινες γραμμές την τελευταία στιγμή.
Η διαπραγμάτευση αυτή δεν ξεκίνησε τον περασμένο χειμώνα. Είναι σε εξέλιξη από το 1995 και ο διαμεσολαβητής-ειδικός απεσταλμένος του Γ.Γ. του ΟΗΕ έχει αποτυπώσει προ πολλού τις εκατέρωθεν κόκκινες γραμμές. Είναι μια διαδικασία με μνήμη. Από τη στιγμή που έφυγε από τη μέση ο αληθινός «χρήσιμος ηλίθιος» Ν. Γκρούεφσκι, και με τα τύμπανα του πολέμου από την άλλη όχθη του Αιγαίου να ηχούν εκκωφαντικά, ο Αλ. Τσίπρας είχε λίγες επιλογές. Πήρε την εθνικά φρόνιμη απόφαση να κλείσει αυτό το μέτωπο. Αν ο πιο μεγάλος κίνδυνος έρχεται από την Αγκυρα, ο αμέσως επόμενος δεν είναι στα Σκόπια και ο νοών νοείτω.
Η μάχη για το «μακεδονικό» έθνος δεν δόθηκε ποτέ, μάλλον γιατί δεν μπορούσε να κερδηθεί. Εκτός ίσως από μία ιστορική στιγμή. Το 1991, με τη Σλοβενία και την Κροατία στα όπλα και τους Ιζετμπέκοβιτς (Βοσνία-Ερζεγοβίνη) και Γκλιγκόροφ να ασφυκτιούν στη «μικρή Γιουγκοσλαβία» του σέρβου εθνικιστή Μιλόσεβιτς, η Ελλάδα θα μπορούσε ενδεχομένως να ανταλλάξει αναγνώριση και στήριξη προς το ασταθές ομόσπονδο κρατίδιο με τη μετονομασία του σε «Νέα Μακεδονία» αλλά και του έθνους σε «Νεομακεδόνες».
Η ιστορία είναι γνωστή. Ο ιστορικός χρόνος χάθηκε, ο ολετήρας Σαμαράς τα έκανε μαντάρα με την Επιτροπή Μπαντεντέρ η οποία έκρινε ότι η ανεξαρτητοποίηση της γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας δεν συνιστά απειλή για καμία τρίτη χώρα. Και για να καλύψει τα σπασμένα, έσυρε όλον τον ελληνισμό –του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών υπό τον ΠτΔ Κωνσταντίνο Καραμανλή συμπεριλαμβανομένου– στη μαξιμαλιστική ουτοπία του «ούτε Μακεδονία, ούτε παράγωγα».
Η μάχη για το «μακεδονικό» έθνος δεν δόθηκε ποτέ. Η σημερινή κυβέρνηση έκλεισε το λιγότερο απειλητικό μέτωπο ικανοποιώντας, μέσα από τη συμφωνία, τις κόκκινες γραμμές που βρήκε διατυπωμένες από τις δύο πλευρές επί τουλάχιστον μία δεκαετία. Μπετόν-αρμέ και με συνταγματική βούλα η μετονομασία του κράτους σε «Βόρεια Μακεδονία», έναντι της αναγνώρισης του «μακεδονικού» έθνους και της ένταξής του στους ευρω-ατλαντικούς θεσμούς. Ο πρωθυπουργός που έφτασε τη χώρα στο παρά ένα της εξόδου από το ευρώ, βρήκε στην περίπτωση αυτή το θάρρος να κάνει «δική» του τη συμφωνία. Να της δώσει ευρωπαϊκό χρώμα και να την εμφανίσει ως την απαρχή μιας νέας στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των δύο χωρών, ως την υπόσχεση μίας νέας φιλίας μεταξύ των δύο λαών. Μακάρι…

Πού μας αφήνει όμως εμάς η υπόθεση αυτή; Στο ίδιο άρθρο του 2009 έγραφα ότι «…η Ελλάδα προσέρχεται στις διαπραγματεύσεις με μία θέση ορθολογική, δίκαιη και βιώσιμη. Ορθολογική, γιατί είτε πρόκειται για ένα γεωγραφικό (“Βόρεια”), ιστορικό (“Νέα”) ή εθνοτικό (“Σλαβική”) προσδιορισμό, η Ελλάδα επιδιώκει μία περιγραφική προσέγγιση του ονόματός της γειτονικής χώρας. Με άλλα λόγια, η «Μακεδονία των Σκοπίων» είναι και βόρεια και νέα και σλαβική. Σκέτη “Μακεδονία”, όμως, δεν είναι. Δίκαιη, γιατί λαμβάνει υπόψη της το νόμιμο δικαίωμα των 2,5 εκατ. κατοίκων της Ελληνικής Μακεδονίας στη μακεδονική τους ταυτότητα. Ως Μακεδόνες, θα μπορέσουμε να ζήσουμε με την ταυτότητα του “Ελληνομακεδόνα”, του “Νοτιομακεδόνα” ή του “Παλαιομακεδόνα”, υπό την προϋπόθεση ότι οι γείτονές μας λέγονται “Σλαβομακεδόνες”, “Βορειομακεδόνες” ή “Νεομακεδόνες”. Αν όμως επιμείνουν να αποκαλούνται απλά “Μακεδόνες”, εμείς δεν είμαστε τίποτα…»

Η αλήθεια είναι αυτή. Ανεξαρτήτως του τι θα κάνουν οι γείτονές μας με το δημοψήφισμα, από την ελληνική πλευρά η συμφωνία δεν είναι εύκολα βιώσιμη. Εννοώ στην καθημερινότητά μας, στις συνειδήσεις και στις ψυχές μας. Οσο προσβλητικό και ανεδαφικό είναι από μέρους μας να αποκαλούμε έναν λαό «σκοπιανούς», άλλο τόσο αβάσταχτο, σχιζοφρενικό είναι να αποδεχόμαστε την ύπαρξη ενός «μακεδονικού» έθνους. Καλώς ή κακώς, θεωρώ και επιμένω ότι, ο μόνος τρόπος να βγούμε από το αδιέξοδο είναι να επενδύσουμε στα οφέλη της συμφωνίας (υπάρχουν και είναι σημαντικά) και να «χτίσουμε» μία νέα ταυτότητα για τους εαυτούς μας. Μία ταυτότητα που θα εκφράζει αυτό που είμαστε και νιώθουμε, θα εμπεριέχει όλα τα ερείσματά μας στο ιστορικό, πολιτιστικό και εμπορικό κεφάλαιο της Μακεδονίας, ενώ ταυτόχρονα θα αποτρέπει την αποκλειστική ταύτιση του όρου «Μακεδόνας» με τα εθνικά, γλωσσικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά της «Βόρειας Μακεδονίας». Είμαστε κάτοικοι της Παλαιάς Μακεδονίας κι αυτό προσδιορίζει με ακρίβεια –και ιστορικά και γεωγραφικά– τον χώρο και την καταγωγή μας. Στο χέρι μας (και κανενός άλλου) είναι να δημιουργήσουμε ένα διεθνές brand name και μία τοπική ταυτότητα που δεν θα δέχεται παρερμηνείες και θα αποκαθιστά την πληγωμένη υπερηφάνεια των Ελλήνων Μακεδόνων.

Μόνο έτσι θα μπορέσει το τραύμα να μετουσιωθεί σε νίκη.

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

Τι γράφει η εθνική μας ταυτότητα;


Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018


Καταδικάζεται η βία απ' όπου κι αν προέρχεται ?

του Νίκου Μπογιόπουλου

Κάποιοι παριστάνουν ότι δεν μπορούν να ξεχωρίσουν το γιαούρτωμα από το ναζιστικό μαχαίρωμα… Παριστάνουν ότι δεν μπορούν να βρουν διαφορές ανάμεσα στο γιουχάρισμα και στην αποδοκιμασία από το λιντζάρισμα, τον τραμπουκισμό και τον αγελαίο φασισμό των ταγμάτων εφόδου… Παριστάνουν ότι δεν μπορούν να δουν τι χωρίζει το πέταγμα της μπογιάς από την εκτόξευση της μπουνιάς και της κλωτσιάς του αλήτικου χουλιγκανισμού που παριστάνει την «πολιτική δράση»…
    Στην ουσία: Αναπαράγουν την αθλιότητα των «δυο άκρων». Τσουβαλιάζουν άλογα με πορτοκάλια για να βγάλουν… αλογοπορτόκαλα, όπως έλεγε ο γερο-Σκαρίμπας. Συκοφαντούν λαϊκούς αγώνες βαφτίζοντας «βία» την κοινωνική αντίσταση στην βαρβαρότητα. Αξιοποιούν φρικιαστικές προβοκάτσιες (π.χ Μαρφίν), αλείβουν σαν βούτυρο στο ψωμί της γκαιμπελικής τους προπαγάνδας «ακτιβισμούς» της πλάκας, για να τα συμψηφίσουν με την κτηνωδία.
    Και έτσι, με αυτό τον τρόπο, όταν δεν τον υποδέχονται από την κύρια είσοδο, ανοίγουν στον φασισμό την πίσω πόρτα. Όμως, την ίδια ώρα που παριστάνουν τους επικριτές της βίας «από όπου κι αν προέρχεται», συλλαμβάνονται επ’ αυτοφόρω ως φορείς της πιο αποκρουστικής βίας , της ταξικής βίας. 
    Ας πάρουμε μια γεύση της θεωρητικής – ιδεολογικής τους σαθρότητας που δεν θα μπορούσε παρά να συνοδεύει την πολιτική υποκρισία τους:  
***
«Κατεβαίνουνε, και ανάφτει του πολέμου αναλαμπή το τουφέκι ανάβει, αστράφτει, λάμπει, κόφτει το σπαθί./ Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη; Λίγα τα αίματα γιατί; Τον εχθρό θωρώ να φύγει και στο κάστρο ν’ ανεβεί./ Ακούω κούφια τα τουφέκια, ακούω σμίξιμο σπαθιών, ακούω ξύλα, ακούω πελέκια, ακούω τρίξιμο δοντιών./ Με τα μάτια τους γυρεύουν όπου είν’ αίματα πηχτά, και μες στα αίματα χορεύουν με βρυχίσματα βραχνά/ Κοίτα χέρια απελπισμένα πώς θερίζουνε ζωές! Χάμου πέφτουνε κομμένα χέρια, πόδια, κεφαλές,/ και παλάσκες και σπαθία με ολοσκόρπιστα μυαλά, και με ολόσχιστα κρανία, σωθικά λαχταριστά./ Παντού φόβος και τρομάρα και φωνές και στεναγμοί παντού κλάψα, παντού αντάρα, και παντού ξεψυχισμοί./ Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη και κυλάει στη λαγκαδιά, και το αθώο χόρτο πίνει αίμα αντίς για τη δροσιά./ Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!».
    Αυτό προφανώς και δεν είναι ο «ύμνος στη βία». Είναι αποσπάσματα και στίχοι από τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν». Και προέρχεται δια χειρός Διονυσίου Σολωμού. Οι κύριοι του «καταδικάζετε τη βία απ΄ όπου κι αν προέρχεται;» τι έχουν να πουν; Τον… καταδικάζουν τον Σολωμό; Τον… καταδικάζουν τον ελληνικό εθνικό ύμνο; Το «σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή» το καταδικάζουν;
«Όταν η διοίκησις βιάζη, αθετή, καταφρονή τα δίκαια του λαού και δεν εισακούη τα παράπονα του, το να κάμη τότε ο λαός, ή κάθε μέρος του λαού, επανάστασιν, ν’ αρπάξη τα άρματα και να τιμωρηση του τυράννους του, είναι το πλέον ιερόν απ’ όλα τα δίκαια του και το πλέον απαραίτητον απ’ όλα τα χρέη του. Αν ευρίσκωνται όμως εις τόπον οπού είναι περισσότεροι τύραννοι, οι πλέον ανδρείοι πατριώτες και φιλελεύθεροι πρέπει να πιάσουν τα περάσματα των δρόμων και τα ύψη τωνβουνών, εν όσω ν’ ανταμωθούν πολλοί, να πληθύνη ο αριθμός των, και τότε ν’ αρχίσουν την επιδρομήν κατά των τυράννων (…)»
    Αυτό δεν είναι συνταγή κάποιου «κουκουλοφόρου». Είναι απόσπασμα , από το «Νέα Πολιτική Διοίκησις», το επαναστατικό κείμενο του Ρήγα Φεραίου. Οι κύριοι του «καταδικάζετε τη βία απ΄ όπου κι αν προέρχεται;», πώς και δεν τον έχουν… καταδικάσει ακόμα τον Ρήγα;


«Σηκωθείτε παιδιά της Πατρίδας/ Η μέρα της δόξας έφθασε/ Ενάντια της τυραννίας μας/ Το ματωμένο λάβαρο υψώθηκε/ Ακούστε τον ήχο στα λιβάδια/ Το ουρλιαχτό αυτών των φοβερών στρατιωτών/ Έρχονται ανάμεσά μας/ Να κόψουν τους λαιμούς των γιων και των συζύγων σας./ Στα όπλα πολίτες/ Σχηματίστε τα τάγματά σας/ Προελάστε, προελάστε/ Αφήστε το μολυσμένο αίμα/ Να ποτίσει τα αυλάκια στα χωράφια μας./ Ιερή αγάπη για την Πατρίδα/ Οδήγησε και στήριξε τα εκδικητικά μας όπλα/ Ελευθερία, λατρευτή Ελευθερία/ Μπες στον αγώνα με τους υπερασπιστές σου/ Κάτω από τις σημαίες μας, άσε τη νίκη/ να σπεύσει σε σένα, ρωμαλέα δύναμη/ Έτσι ώστε στο θάνατο οι εχθροί σου/Να δουν το θρίαμβό σου και τη δόξα μας».
    Αυτά τα «αιμοβόρα» λόγια είναι στίχοι από την «Μασσαλιώτιδα», τον εθνικό ύμνο της Γαλλίας. Σε αυτόν τον ύμνο στεκόταν προσοχή ο Ζισκάρ Ντε Στεν όταν παραχωρούσε το αεροπλάνο του για να γυρίσει από το Παρίσι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, το 1974. Οι κύριοι του «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;» ανάμεσα στον Ζισκάρ και στην Αντουανέτα, διαλέγουν την Αντουανέτα;

 Αλλά ας θυμηθούμε και κείνο το τραγούδι της Αντίστασης:
«Δε φοβάμαι την κρεμάλα, δε φοβάμαι το σκοινί/Και στο διάβα μου όλοι τρέμουν ράλληδες και γερμανοί/ Ράλληδες, ταγματαλήτες, μπουραντάδες, γερμανοί/ Τα κεφάλια σας θα πέσουν, απ’ τ’ αντάρτικο σπαθί»
    Ή και το άλλο «Το τραγούδι του Άρη» που τραγουδιόταν σε όλη την Ελλάδα μετά τη μάχη στο Μικρό Χωριό, το 1942:
«Βαριά στενάζουν τα βουνά/ Κι ο ήλιος σκοτεινιάζει/ Το δόλιο το Μικρό Χωρίο/ Και πάλι ανταριάζει/ Λαμποκοπούν χρυσά σπαθιά/ πέφτουν ντουφέκια ανάρια/ ο Άρης κάνει πόλεμο/ μ’ αντάρτες παλικάρια».
    Εδώ οι κύριοι του «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;» διαπιστώνουν πολύ σοβαρό πρόβλημα; Μάλλον θα ήταν καλύτερα να μην υπήρχε αντάρτικο σπαθί, τότε, ή κι αν υπήρχε, να ήταν πιο «φιλικό» με τους ναζί και τους γερμανοτσολιάδες;

 Ακούστε αγαπητοί σημαιοφόροι της προπαγανδιστικής πυροβολαρχίας του «καταδικάζω τη βία απ όπου κι αν προέρχεται»: Έχουν περάσει πολλές χιλιάδες χρόνια που ο άνθρωπος ήταν σκλάβος, μετά έγινε δουλοπάροικος και τους τελευταίους αιώνες προλετάριος, δηλαδή μισθωτός σκλάβος, για να μπορούμε πια να αντιληφθούμε τι κρύβεται πίσω από τον δήθεν «πασιφισμό» σας:
    Η δική σας «καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται», αποτελεί έναν «κομψό», κατ’ επίφαση «δημοκρατικό», τάχα μου «φιλελεύθερο» και πάντα ραφιναρισμένο τρόπο για να υπονομεύετε το δίκιο του αγώνα των καταπιεσμένων. Πώς; Μα παίρνοντας «ίσες» αποστάσεις τόσο ανάμεσα στο «δίκιο», στις «ελευθερίες» και στο «δικαίωμα» του καταπιεστή να καταπιέζει, όσο και στο δίκιο, στις ελευθερίες και στο δικαίωμα του καταπιεσμένου να αντιδρά. Να αντιστέκεται. Να μην συνθηκολογεί με την καταπίεση και με τον καταπιεστή του.
    Το θέμα σας – ας είμαστε ειλικρινείς – δεν είναι η αποκήρυξη της βίας και της κάθε βίας, όπως λέτε. Εκτός αν αποκηρύσσεται και τον κ.Βορίδη και την γνωστή δήλωσή του περί της «νόμιμης κρατικής βίας». Εσείς που «καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» την «νόμιμη – κατ’ εσάς – κρατική βία» την αποκηρύσσετε;
    Πίσω από τον δήθεν «πασιφισμό» σας και από τα διαγγέλματα «κοινωνικής ειρήνης» προς μια κοινωνία που της έχετε βάλει μπουρλότο, στόχος σας είναι να σπιλώσετε τον αγώνα του καταπιεσμένου ενάντια στον τύραννο και τον εκμεταλλευτή του, βαφτίζοντας «βία» την αντίσταση και τη διαμαρτυρία του. Κι αφού τη σπιλώσετε και τη συκοφαντήσετε, μετά σπεύδετε να την αντιπαραβάλλεται με τη βία του εκμεταλλευτή, με τη βία των μνημονίων, με τη βία της φτωχοποίησης, με τη βία των ΜΑΤ, με τη βία των νόμων σας. Αυτή τη βία, βέβαια, δεν την λέτε βία. Την βαφτίζετε «νομιμότητα» και «δημοκρατία».

 Φυσικά οι πάντα ευπρεπείς εστέτ του δήθεν ανθρωπισμού, θα συνεχίσουν το ίδιο τροπάρι: «Καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;»… Νομίζουν ότι έτσι θα φέρουν πιο κοντά όχι μόνο το «Τέλος της Ιστορίας», αλλά και το τέλος της φιλοσοφίας. Μεγαλεπήβολος στόχος, αλλά κατά κακή τύχη των διακόνων της ιστορικής αφασίας και της πολιτικής υποκρισίας υπάρχει η πραγματικότητα. Και προς δόξαν της πραγματικότητας, τη βία – ως συστατικό στοιχείο της ύπαρξης των κοινωνιών όπου αντιπαρατίθενται αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα – είτε την καταδικάζεις, είτε δεν την καταδικάζεις, αυτή υπάρχει. Ερήμην των ηθικοπλαστικών κηρυγμάτων και τρις ερήμην της πολιτικής κατεργαριάς.
    Καταδικάστε τη βία όσο θέλετε, 24 ώρες το 24ωρο. Όμως: 
    Για όσο στον κόσμο θα επικρατεί ο νόμος του ισχυρού, γα όσο θα θεωρείται «δημοκρατία» να υπάρχουν οι «από πάνω» και οι «από κάτω», για όσο το δίκιο θα καθορίζεται με βάση την δύναμη και θα υποτάσσεται σε αυτήν, για όσο οι κοινωνίες θα χωρίζονται σε τάξεις όπου οι πεντακοσιομέδιμνοι θα κάνουν κουμάντο πάνω στους ζευγίτες και όλοι μαζί πάνω στους δούλους, το να καταδικάζεις τη βία (ακόμα κι όταν αυτή η καταδίκη είναι ειλικρινής) είναι τόσο μάταιο όσο το να καταδικάζεις το γήρας. Η’ το θάνατο.Όσο κι αν τον καταδικάσεις, αυτός υπάρχει. Και θα υπάρχει μέχρι τη δευτέρα παρουσία (τουλάχιστον…).
    Πριν σπεύσουν κάποιοι να πουν ότι όποιος αναγνωρίζει το αναπόφευκτο της ύπαρξης της βίας ταυτόχρονα την «δικαιώνει», απαντάμε: Η αναγνώριση ότι ο θάνατος υπάρχει, μόνο κάποιος παράλογος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι συνιστά εκδήλωση «αγάπης» προς το θάνατο ή δήλωση «δικαίωσης» της ύπαρξής του ή ότι αναιρεί την απέχθεια απέναντί του.
    Το ίδιο συμβαίνει και με τη βία. Επομένως το ζητούμενο δεν είναι η ρητορική καταδίκη της βίας – «μαμής» της Ιστορίας κατά Μαρξ. Το ζητούμενο είναι η δίκη, η καταδίκη και ο εξοβελισμός της «μάνας» και του «πατέρα» της βίας και όλων όσοι την γεννούν. Ας πάρουμε για παράδειγμα, το θέμα του πολέμου. Τι πιο βίαιο! Αλλά αν θέλεις να είσαι σοβαρός, το πώς τοποθετείσαι απέναντι στον πόλεμο δεν μπορεί να τελειώνει (ούτε καν να αρχίζει) με την έκφραση της καταδίκης του πολέμου. Γιατί έχει και «παρακάτω». Η μήπως δεν έχει «παρακάτω»; Δεν απαιτείται, δηλαδή, να προσδιοριστεί ο χαρακτήρας του πολέμου; Το «καταδικάζω τον πόλεμο» σε βγάζει, τάχα, από την υποχρέωση να τοποθετηθείς, να πάρεις θέση αν είναι δίκαιος ή άδικος ο πόλεμος, από πλευράς εκείνων που είτε ως αμυνόμενοι, είτε ως επιτιθέμενοι, συμμετέχουν σε αυτόν;
    Εκτός αν καταλήξουμε ότι κάθε πόλεμος είναι άδικος και ότι με ένα «καταδικάζω τον πόλεμο» ξεμπερδεύουμε. Αλλά τότε εξίσου «άδικο» με τους Τούρκους το ’21 είχαν και οι επαναστατημένοι Έλληνες. Όμως, αν κάθε πόλεμος είναι «άδικος», και αν η αδικία επιμερίζεται εξίσου σε όλους όσοι συμμετέχουν ή εξαναγκάζονται να συμμετάσχουν σε αυτόν, τότε καλύτερη δικαίωση του «αδικητή» δεν μπορεί να υπάρξει.

 Φυσικά οι πάντα ευπρεπείς εστέτ του δήθεν ανθρωπισμού, θα συνεχίσουν το ίδιο τροπάρι: «Καταδικάζετε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;»… Νομίζουν ότι έτσι θα φέρουν πιο κοντά όχι μόνο το «Τέλος της Ιστορίας», αλλά και το τέλος της φιλοσοφίας. Μεγαλεπήβολος στόχος, αλλά κατά κακή τύχη των διακόνων της ιστορικής αφασίας και της πολιτικής υποκρισίας υπάρχει η πραγματικότητα. Και προς δόξαν της πραγματικότητας, τη βία – ως συστατικό στοιχείο της ύπαρξης των κοινωνιών όπου αντιπαρατίθενται αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα – είτε την καταδικάζεις, είτε δεν την καταδικάζεις, αυτή υπάρχει. Ερήμην των ηθικοπλαστικών κηρυγμάτων και τρις ερήμην της πολιτικής κατεργαριάς.
    Καταδικάστε τη βία όσο θέλετε, 24 ώρες το 24ωρο. Όμως: 
    Για όσο στον κόσμο θα επικρατεί ο νόμος του ισχυρού, γα όσο θα θεωρείται «δημοκρατία» να υπάρχουν οι «από πάνω» και οι «από κάτω», για όσο το δίκιο θα καθορίζεται με βάση την δύναμη και θα υποτάσσεται σε αυτήν, για όσο οι κοινωνίες θα χωρίζονται σε τάξεις όπου οι πεντακοσιομέδιμνοι θα κάνουν κουμάντο πάνω στους ζευγίτες και όλοι μαζί πάνω στους δούλους, το να καταδικάζεις τη βία (ακόμα κι όταν αυτή η καταδίκη είναι ειλικρινής) είναι τόσο μάταιο όσο το να καταδικάζεις το γήρας. Η’ το θάνατο.Όσο κι αν τον καταδικάσεις, αυτός υπάρχει. Και θα υπάρχει μέχρι τη δευτέρα παρουσία (τουλάχιστον…).
    Πριν σπεύσουν κάποιοι να πουν ότι όποιος αναγνωρίζει το αναπόφευκτο της ύπαρξης της βίας ταυτόχρονα την «δικαιώνει», απαντάμε: Η αναγνώριση ότι ο θάνατος υπάρχει, μόνο κάποιος παράλογος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι συνιστά εκδήλωση «αγάπης» προς το θάνατο ή δήλωση «δικαίωσης» της ύπαρξής του ή ότι αναιρεί την απέχθεια απέναντί του.
    Το ίδιο συμβαίνει και με τη βία. Επομένως το ζητούμενο δεν είναι η ρητορική καταδίκη της βίας – «μαμής» της Ιστορίας κατά Μαρξ. Το ζητούμενο είναι η δίκη, η καταδίκη και ο εξοβελισμός της «μάνας» και του «πατέρα» της βίας και όλων όσοι την γεννούν. Ας πάρουμε για παράδειγμα, το θέμα του πολέμου. Τι πιο βίαιο! Αλλά αν θέλεις να είσαι σοβαρός, το πώς τοποθετείσαι απέναντι στον πόλεμο δεν μπορεί να τελειώνει (ούτε καν να αρχίζει) με την έκφραση της καταδίκης του πολέμου. Γιατί έχει και «παρακάτω». Η μήπως δεν έχει «παρακάτω»; Δεν απαιτείται, δηλαδή, να προσδιοριστεί ο χαρακτήρας του πολέμου; Το «καταδικάζω τον πόλεμο» σε βγάζει, τάχα, από την υποχρέωση να τοποθετηθείς, να πάρεις θέση αν είναι δίκαιος ή άδικος ο πόλεμος, από πλευράς εκείνων που είτε ως αμυνόμενοι, είτε ως επιτιθέμενοι, συμμετέχουν σε αυτόν;
    Εκτός αν καταλήξουμε ότι κάθε πόλεμος είναι άδικος και ότι με ένα «καταδικάζω τον πόλεμο» ξεμπερδεύουμε. Αλλά τότε εξίσου «άδικο» με τους Τούρκους το ’21 είχαν και οι επαναστατημένοι Έλληνες. Όμως, αν κάθε πόλεμος είναι «άδικος», και αν η αδικία επιμερίζεται εξίσου σε όλους όσοι συμμετέχουν ή εξαναγκάζονται να συμμετάσχουν σε αυτόν, τότε καλύτερη δικαίωση του «αδικητή» δεν μπορεί να υπάρξει.

  Τα όσα σημειώνουμε παραπάνω μόνο από κάποιον συκοφάντη ή εντελώς ευήθη θα ερμηνεύονταν ως στάση που προσεγγίζει τη βία ως κάτι, τάχα, το επιθυμητό. Εκείνο που λέμε είναι ότι η βία αντιμετωπίζεται υπό το πρίσμα της μόνης ελεύθερης προσέγγισης που μπορεί να υπάρξει. Και η μόνη ελεύθερη προσέγγιση είναι εκείνη που διαθέτει επίγνωση της αναγκαιότητας.
    Αν πάλι όλα αυτά δεν ισχύουν, τότε όχι μόνο θα πρέπει να «καταδικάσουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται», αλλά θα πρέπει να ζητήσουμε και «συγγνώμη»:
    Να ζητήσουμε «συγγνώμη», για παράδειγμα, για λογαριασμό του Άρη και του αντάρτη του ΕΛΑΣ που άσκησαν βία κατά της χιτλερικής χολέρας. «Συγγνώμη» για λογαριασμό του Καραϊσκάκη και του Κολοκοτρώνη. «Συγγνώμη» για λογαριασμό του στρατιώτη του Κόκκινου Στρατού που τσάκισε το κτήνος του ναζισμού στο Ράιχσταγκ. «Συγγνώμη» για λογαριασμό των κολίγων στο Κιλελέρ. Συγγνώμη για λογαριασμό εκείνων που γκρέμισαν τη Βαστίλη και των άλλων που πολέμησαν για την κατάργηση της δουλείας στην Αμερική. «Συγγνώμη» για λογαριασμό και του πιτσιρικά της «Ιντιφάντα» που πετούσε τόσο βίαια τις πέτρες του στα τανκς των Ισραηλινών. «Συγγνώμη» και για την άποψή μας ότι ο λαός μας, οργανωμένα, αποφασιστικά και μαζικά – δηλαδή δημοκρατικά – έχει κάθε δικαίωμα να πάρει την «όψη που με βιά μετράει τη γη» και να αποτινάξει από το σβέρκο του τα μνημόνια και ό,τι γεννάει τα μνημόνια.
    «Συγγνώμη»; Δεν θα μπορέσουμε…

Κυριακή, 20 Μαΐου 2018


Δε πρόκειται να σε υπερασπιστώ ρε μαλάκα Ελληνάρα !




του Ίωνα Παπαδάκη

Πόσες φορές έχω υπερασπιστεί τη χώρα μου, τους ανθρώπους της, την καταγωγή μου… Πόσες φορές δεν την έχω «πέσει», στους δήθεν οργανωμένους και τακτοποιημένους αλλοδαπούς προς χάριν, ημών των ιθαγενών…
Βάζοντας μπροστά (σαν προσόν βεβαίως, βεβαίως) ακόμα και την κουτοπονηριά μας, την καπατσοσύνη μας, την αλληλεγγύη μας και το φιλότιμό μας!
Και πόσες φορές δεν μας έχω βρίσει, δεν μας έχω κατηγορήσει δεν μας έχω σιχαθεί… Ε, σήμερα είναι μία από αυτές τις «πόσες φορές»!
Σήμερα, δεν είμαστε καπάτσοι, δεν έχουμε αλληλεγγύη, δεν έχουμε φιλότιμο! Είμαστε μίζερα, χαιρέκακα, φθονερά (αλήθεια υπάρχει τέτοια λέξη;) και υποκριτικά ανθρωπάκια, άξια των επιλογών μας και των δεινών που (Ωιμέ!) μας αξίζουν και με το παραπάνω…
Αιτία των γραφόμενων δεν είναι ο απαράδεκτος, ντροπιαστικός, εμετικός ξυλοδαρμός του Γιάννη Μπουτάρη! Αυτό είναι η αφορμή όπως και πολλά πολλά άλλα! Γιατί είμαστε υποκριτές, είμαστε «δήθεν», είμαστε αποψάκηδες, αλλά πάνω απ’ όλα είμαστε απολίτιστοι!
Εμείς, οι απόγονοι του Πλάτωνα και του Σωκράτη που δώσαμε το «φως του πολιτισμού» σε όλον τον πλανήτη (μη χέσω) και δεν κρατήσαμε τίποτα για μας!
Εμείς που σβήνουμε τσιγάρα στα μάρμαρα και πετάμε άδεια μπουκάλια αναψυκτικού στην Ακρόπολη, που περνάμε το «κόκκινο» και βρίζουμε αυτό που παρολίγο να σκοτώσουμε, εμείς που πρώτα σκεφτόμαστε πως θα κλέψουμε και μετά πως θα δουλέψουμε…
Εμείς που αν δεν συμφωνούμε με την άποψη κάποιου παίρνουμε τους φίλους μας και τον πλακώνουμε στο ξύλο, ή (στην καλύτερη) του καταστρέφουμε την περιουσία, διότι το να τον αντιμετωπίσουμε με επιχειρήματα και πολιτισμένα «δεν παίζει»…
Εμείς που δεν διεκδικούμε το καλύτερο, αλλά βολευόμαστε στο χειρότερο για να απενοχοποιήσουμε το χάλι μας και την απατεωνιά μας…
Εμείς που το «μαλάκα» και το «άντε γαμήσου» το έχουμε ψωμοτύρι αλλά κατά τα άλλα όταν το γράφουμε στα «α» βάζουμε «@» για να απενοχοποιηθούμε και να μην προκαλέσουμε… τόσο υποκριτές!
Εμείς που επιτρέπουμε στην κάθε «ανεξάρτητη» (μη χέσω) Αρχή και Δικαιοσύνη να επιτρέπει στον κάθε «μεγάλο» (πολιτικό ή «παράγοντα») να αλωνίζει και να κουνά το δάχτυλο σε όποιον αποδεδειγμένα δεν μπορεί να τους βλάψει…
Εμείς που δεν φταίμε ΠΟΤΕ αλλά πάντα φταίει ο «άλλος», η «καταραμένη κενωνία», οι «συγκυρίες» (α ρε, τι έχουν τραβήξει κι αυτές οι συγκυρίες)…
Εμείς που βολευόμαστε στο να μας λένε ψέματα. Ναι βλάκα μου! Βολευόμαστε, διότι έτσι θα έχουμε κάποιον να βρίζουμε, και αντί να λέμε «τι μαλάκας ήμουνα που τον πίστεψα» λέμε με χαρά «τι μαλάκας είναι που μου είπε ψέματα»…
Ναι! Η αφορμή ήταν οι εικόνες που είδα με τον ξυλοδαρμό του Γιάννη Μπουτάρη.
Και για να μην παρεξηγηθώ το ίδιο παθαίνω με κάθε ξυλοδαρμό… Των συνταξιούχων από την ασφάλεια του Μαξίμου, των φοιτητών από τα ΜΑΤ, των μεταναστών από τα φασιστοειδή, των δημοσίων προσώπων από τους αγανακτισμένους ή τους αντιεξουσιαστές (μη χέσω)
Την ίδια αγανάκτηση νιώθω όταν καταστρέφουν την περιουσία ανθρώπων που δεν φταίνε σε τίποτα κάτι κωλόπαιδα με κουκούλα που θέλουν να λέγονται «αναρχικοί» ή «αντιεξουσιαστές» χωρίς να έχουν ιδέα τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις. Για μένα είναι απλά «παλιόπαιδα» (όπως θα έλεγε ο πατέρας μου που δεν έβριζε ποτέ)…
Και ναι! Είναι μία από αυτές τις ημέρες που δεν έχω καμία διάθεση να υπερασπιστώ τον μαλάκα τον Ελληνάρα -απ’ όπου κι αν προέρχεται- ακόμα και αν αυτός ο μαλάκας Ελληνάρας είμαι εγώ!
Αυτά!




 https://ionistis.wordpress.com

Κυριακή, 13 Μαΐου 2018


 Ωχου ρε μάνα, σταμάτα τη γκρίνια γιατί σήμερα γιορτάζεις!

του Ίωνα Παπαδάκη


Βάλε μπουφάν… θα κρυώσεις! Μα καλά, ακόμα δεν άνοιξες το μάτι σου και άναψες τσιγάρο; Φάε κάτι πουλάκι μου… «πετσί και κόκκαλο» έχεις γίνει… Βάλε κάτι πάνω σου… γυμνή θα βγεις έξω; Τι ώρα γύρισες χθες το βράδυ; Γι’ αυτό δεν έχεις ξυπνημό το πρωί…

Πόσες φορές δεν έχεις ακούσει αυτές τις ατάκες… Και πόσες φορές δεν έχεις απαντήσει γεμάτος βαριεστημάρα και αγανάκτηση:
Ωχου ρε μάνα, σταμάτα τη γκρίνια πρωί, πρωί…
Πόσες όμως φορές, -αφού έχουν περάσει τα χρόνια-, δεν έχεις σηκώσει τηλέφωνο για να πεις: Μάνα τι κάνεις, πως είσαι; Ή έχεις κοιτάξει στον ουρανό (όπως έχω κάνει πολλές φορές, χαμογελώντας γλυκά) για να πεις: Α, ρε μάνα πόσο δίκιο είχες…
Πόσες φορές δεν είπες ή δεν σκέφτηκες να το πεις. Κάθε φορά που σε μάλωνε, κάθε φορά που σε φρόντιζε, κάθε φορά που έδειχνε την έννοια της, κάθε φορά που σε αγκάλιαζε σφιχτά σαν να είναι πάντα η πρώτη φορά.
Και όποτε αγανακτούσες το μετάνιωνεςε, αλλά -με μαθηματική ακρίβεια- την επόμενη φορά έκανες ακριβώς το ίδιο πράγμα.
Όταν γεννήθηκε το πρώτο μου παιδί κατάλαβα τι σημαίνει το «όταν κάνεις παιδιά συγχωρείς πολλά στους γονείς σου» και ότι «όταν κάνεις παιδιά θα με καταλάβεις…»
Και την κατάλαβα!
Και κάνοντας μία αναδρομή στο παρελθόν (και στις τύψεις μου) σκέφτομαι ότι αν τα παιδιά μου, μου είχαν κάνει όσα έκανα εγώ στη μάνα μου τώρα θα ήμουν σε καροτσάκι με το στόμα στραβό… Και αυτόματα κοιτάω προς τον ουρανό και μονολογώ χαμογελώντας: «α, ρε μάνα συγγνώμη…»
Και καταλαβαίνω τη μάνα των παιδιών μου, που μπορεί να την λέω υπερβολική αλλά αμέσως επανέρχομαι στην… τάξη και λέω από μέσα μου: «ευχαριστώ, που νοιάζεσαι, φοβάσαι και γίνεσαι τόσο υπερβολική για να είμαστε ήσυχοι (όσο αυτό είναι δυνατόν) για τα παιδιά μας…».


Ναι! δεν είναι λίγες οι στιγμές που μου λείπει η μάνα μου… Μου λείπουν οι καυγάδες μας, τα γέλια μας, η παρουσία της, η μυρωδιά της… Βέβαια έχει άξιο αντικαταστάτη, την αδελφή μου, γι’ αυτό και της έχω αδυναμία και την ευχαριστώ που είναι «εδώ»!
Εχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια που η μάνα μου ταξίδεψε… Και είναι πάρα πολλές οι στιγμές που θα ήθελα να ήταν εδώ. Για να με βρίσει για τις μαλακίες μου, να μοιραστώ μαζί της τη χαρά μου, να μου σπάσει τα νεύρα με την έννοια της και την παραξενιά της. Όμως θα ήθελα να είναι εδώ…
Ναι, πρέπει να είμαστε περήφανοι για αυτό το δημιούργημα
που ακούει στο όνομα: «Ελληνίδα μάνα»…
Γιατί η Ελληνίδα μάνα, θα υπερασπιστεί το παιδί της ακόμα και με το αίμα της… Πόσες φορές η μάνα σου δεν έχει έρθει στο σχολείο (η δικιά μου –καλή της ώρα εκεί που είναι- έκανε συχνά-πυκνά επισκέψεις στο δικό μου) να σε υπερασπιστεί και ας είχες 100% άδικο… Βέβαια στο σπίτι μετά γινόταν κόλαση και είχες την τιμωρία στο τσεπάκι, αλλά ποιος νοιαζόταν; (είχε βάλει τον δάσκαλο στη θέση του)…
Γιατί η Ελληνίδα μάνα έχει την απόλυτη κυριαρχία, ακόμα και στο μάλωμα! Κανείς, μα κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μαλώσει το ΔΙΚΟ ΤΗΣ παιδί ακόμα και αν έχει δίκιο! Αυτό είναι μόνο δικό της προνόμιο…
Αυτό το δημιούργημα λοιπόν, (κάποιου εξαιρετικού Τύπου) καταφέρνει να «παντρεύει» την καλοσύνη της Μαρίας-Τερέζα με το ραδιούργο μυαλό της Κρουέλα Ντεβίλ, την ηρεμία του Δαλάι Λάμα με την υστερία του Άδωνι Γεωργιάδη (όταν τσακώνεται με τη Λιάνα Κανέλλη),  την αφέλεια του Γκούφη, με την εξυπνάδα του Κύρου Γρανάζη…
Ένα πράγμα όμως δεν κατάφερε αυτός ο «εξαιρετικός Τύπος» να παντρέψει με κάτι άλλο. Και αυτό είναι η μοναδική αγκαλιά της μάνας. Αυτή η αγκαλιά που μπορεί να κρύβει, επιβράβευση, τιμωρία, αγωνία, μάλωμα, προστασία, θυμό, χαρά, περηφάνια, στέρηση…
Γι αυτό αν η μάνα σου είναι κοντά σου, αγκάλιασέ την σφιχτά! Και δώστης ένα φιλί για κάθε φορά που της είπες «ώχου ρε μάνα…».
Κάντε το τώρα! Και ας είναι το αύριο ένα φιλί δρόμος…
Ναι! Είσαι τυχερός που έχεις στη ζωή σου μία «Ελληνίδα μάνα», που νοιάζεται, πονάει, αγωνίζεται, ξενυχτάει, κακομαθαίνει, και αντέχει για πολλά πολλά χρόνια να ακούει:

Ωχου ρε μάνα, σταμάτα τη γκρίνια γιατί σήμερα γιορτάζεις! Χρόνια πολλά και σ’ ευχαριστώ!

πηγή : ionistis.wordpress.com

Σάββατο, 5 Μαΐου 2018


Μη λυπάστε, θυμηθείτε!


 της Ελευθερίας Κόλλια


Ηταν ψηλός, μελαχροινός ο άντρας που πέταξε τη μολότοφ στην τράπεζα Marfin της οδού Σταδίου. Κάποιος τον τράβηξε από τη μπλούζα, φάνηκε προς στιγμήν το σώμα του · σφριγηλό. Το τζάμι του ισογείου είχε ήδη σπάσει. Εκτοξεύθηκε ένα μπουκάλι με βενζίνη, πέτρες… Ομάδα ολόκληρη ήταν, κουκουλοφόροι. Με πολιτικό «θυμό». Τυφλή βία. Σκατοψυχιά. «Κάψτε τους!» ακούστηκε μέσα στην οχλοβοή.
Οσο οι φλόγες έζωναν το κτίριο, οι περισσότεροι από τους υπαλλήλους στοιβάχτηκαν στον μικρό φωταγωγό που επικοινωνούσε με την ταράτσα. Ο πιο δυνατός κατόρθωσε να σπάσει το πλέγμα της οροφής του, ένα κύμα αέρα τους χάρισε παράταση ζωής. Σκαρφάλωσαν στη στέγη, πήδηξαν σε κτίριο – κατάστημα, έσπασαν την τζαμαρία του με ένα καδρόνι, κατόρθωσαν να βγουν στη Σταδίου.
Αλλά όχι όλοι. Η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, έγκυος τεσσάρων μηνών, η Παρασκευή Ζούλια, ο Επαμεινώνδας Τσακάλης άφησαν την τελευταία τους πνοή δηλητηριασμένοι, από την καπνίλα και τις αναθυμιάσεις. Στα τριάντα τους και κάτι.
«Τον Νώντα, τον βρήκαν στα σκαλιά , δεν τον έφτασε η ανάσα του. (…) Η Αγγελική ήταν κοντά του, στην αρχή, ήξερε για την κατάστασή της, σίγουρα θα προσπάθησε να τη βοηθήσει. (…) Μέρες μετά είδα το αποτύπωμα της, του σώματος της, των χεριών της, στο πάτωμα (…) Η Παρασκευή ήταν πεσμένη κοντά στα κιγκλιδώματα του  μπαλκονιού».
Τα εύφλεκτα υλικά σε συνδυασμό με τον τρόπο κατασκευής του κτιρίου, προκάλεσαν «το φαινόμενο της καμινάδας». Οι καπνοί που ανέβαιναν προς τα  πάνω δεν άφηναν εύκολα περιθώρια διαφυγής.
Οι μαρτυρίες στις δικαστικές αίθουσες ανέδειξαν το δράμα. Κορυφαίο.
Το αποτυπώνουν κι οι φωτογραφίες της εποχής, όλες κατάμαυρες. Με λουλούδια για τους αδικοχαμένους σε μαύρο φόντο, απ’ τον πολύ καπνό, μαυροφορεμένους ανθρώπους που βάζουν το χέρι μπροστά στο στόμα για να μην αποδράσει η ψυχή τους από τον πόνο, με αγκαλιές μαύρης απόγνωσης. Ποιος να το περίμενε, το πρωί που ξεκινούσαν για τη δουλειά…
Χιλιάδες άνθρωποι είχαν βγει στον δρόμο, στις 5 Μαΐου του 2010. Τα συνδικάτα και τοπικές οργανώσεις πρωτοβάθμιων σωματείων είχαν καλέσει σε γενική απεργία και διαδήλωση το κέντρο της Αθήνας. Εξελίχθηκε στη μαζικότερη συγκέντρωση κατά του (πρώτου) Μνημονίου.  Μέσα στις χιλιάδες που συνέρρευσαν χάθηκαν κι οι δράστες.
Οκτώ χρόνια μετά, και κανείς δεν ξέρει τα πρόσωπα τους. Το έγκλημα στη Marfin δεν έχει επισήμως δράστες. Οι δυο βασικοί κατηγορούμενοι (ένας εξ αυτών για την παράλληλη βομβιστική επίθεση στο βιβλιοπωλείο «Ιανός») αθωώθηκαν, τα στοιχεία απεδείχθησαν ισχνά, ανεπαρκή, αναξιόπιστα.
Τα διοικητικά δικαστήρια επιδίκασαν και αποζημιώσεις. Φθάνουν αλήθεια οι αποζημιώσεις, όταν έχεις χάσει στα 32 της την κόρη σου, τη γυναίκα που κυοφορεί το παιδί σου, την αδελφή σου;
Ευθύνες αποδόθηκαν μόνο στους «υπεύθυνους» της τράπεζας. Τον διευθύνοντα σύμβουλο, τη διευθύντρια του υποκαταστήματος, τον υπεύθυνο πυρασφάλειας. Πολλές οι παραλείψεις. Το πατάρι του κτιρίου δεν διέθετε καν έξοδο κινδύνου. Στο ισόγειο υπήρχε μόνο μία, κι αυτή άνοιγε με τηλεχειριστήριο που κρατούσε αποκλειστικά η διευθύντρια. Όταν είναι να έλθει η μαύρη ώρα…
Φέτος, ο Νώντας, που είχε χάσει νωρίς τον πατέρα του, θα ήταν 44 χρονών. Είναι θαμμένος κάπου στη Λευκάδα. Η Παρασκευή θα έκλεινε τα 43 της. Η μητέρα της ήταν χαρούμενη όταν γύρισε από τις σπουδές της στην Αγγλία, φοβόταν τις επιθέσεις στον υπόγειο του Λονδίνου και «μην της πάθει τίποτα η Βίβιαν». Κι η Αγγελική, το «γελαστό παιδί». Εκείνη τη μέρα ήθελε να φύγει νωρίς από την τράπεζα. Η αδελφή της, η Σίσσυ, είχε δει από την τηλεόραση την τράπεζα να καίγεται. Την έπαιρνε τηλέφωνο. Χτυπούσε κανονικά, αλλά κανείς δεν απαντούσε. Φέτος, θα γινόταν 40.


 πηγή : protagon.gr

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

 Γιώργος Κουρής: Ο πατριάρχης του λαϊκισμού παντός καιρού…

 

του Γιώργου Καρελιά

Υποστήριξε σχεδόν όλες τις κυβερνήσεις μετά τη δεκαετία του '80 και στράφηκε εναντίον τους, όταν δεν του έκαναν κάποια χάρη ή έβλεπε ότι θα έχαναν. Ο μιντιακός λαϊκισμός που καθιέρωσε διακρινόταν από τη συκοφαντία και την κολακεία. Κανείς δεν ξέρει ποιο από τα δύο ήταν τελικά χειρότερο...        

Ας αρχίσουμε με μια προσωπική μαρτυρία: τον Μάιο του 2000 δέχομαι ένα τηλεφώνημα από τον Γιώργο Κουρή. Δεν τον γνώριζα προσωπικά. Τον είχα δει, όπως και όλοι οι δημοσιογράφοι της εποχής, λίγες φορές σε συνεδριάσεις κυβερνητικών και κομματικών οργάνων του ΠΑΣΟΚ, όπου έφτανε πάντα οδηγώντας μια βέσπα: «Θέλω να τα πούμε».

Απορημένος τον ρώτησα «τι να πούμε;», αλλά δεν μου είπε.
«Θα σου πω από κοντά».
Το ραντεβού ορίστηκε σε ένα από τα κεντρικά ξενοδοχεία της πλατείας Συντάγματος, όπου έφτασε πάλι με τη βέσπα. Τον ρώτησα απορημένος: «Καλά, ολόκληρος μεγαλοεκδότης και κυκλοφορείς με μηχανάκι; Δεν φοβάσαι, είσαι και μεγάλος άνθρωπος…».
«Τι να φοβηθώ; Δεν έχω εχθρούς. Ολοι οι πολιτικοί, δεξιοί, ΠΑΣΟΚοι και αριστεροί με φοβούνται» μου απάντησε.
Συζητήσαμε κάμποση ώρα, δεν έχει σημασία τι μου πρότεινε. Από όσα μου είπε συγκράτησα κάτι που έχει σχέση με το επιχειρηματικό δαιμόνιο του Κουρή. «Από μικρός έχω κάνει πολλές επιχειρηματικές δουλειές. Δεν έχω αποτύχει σε καμία. Είμαι ο μοναδικός που κατάφερα να “ρίξω” τον Μητσοτάκη! Στη δεκαετία του ’60 κάναμε μαζί μια δουλειά, τα χαλάσαμε και εκείνος βγήκε χαμένος»!
Οταν το ξανασκέφτηκα μετά από κάμποσα χρόνια, κατάλαβα πώς ο Κουρής, ένας επιχειρηματίας μακριά από την ελίτ της εποχής, είχε καταφέρει να κάνει μια αμύθητη περιουσία αγοράζοντας φθηνά και μετά πουλώντας πανάκριβα τηλεοπτικά κανάλια. Πέραν όσων είχε αποκομίσει από την «Αυριανή» τον καιρό της ακμής της, όταν σάρωνε τις κυκλοφορίες με πολύ μικρό κόστος, αφού συνήθως δεν ήταν συνεπής στις μισθολογικές και άλλες υποχρεώσεις του.
Τα τελευταία χρόνια, μετά το πλήγμα του καναλιού Alter, το κλείσιμο της «Αυριανής» και τη λυμφατική κυκλοφορία των νέων εντύπων του ήταν ένας ξεπεσμένος επιχειρηματικά εκδότης, ο οποίος προσπαθούσε να αποδείξει ότι διέθετε ακόμα πολιτική επιρροή.
Ομως, το αποτύπωμα που άφησε ο Κουρής τα τελευταία τριάντα χρόνια στον δημόσιο βίο και ειδικά στα μέσα ενημέρωσης έχει σχέση με το φαινόμενο του άκρατου και παντός καιρού λαϊκισμού, ο οποίος στην περίπτωσή του πολιτογραφήθηκε ως «αυριανισμός». Το «παντός καιρού» έχει ιδιαίτερη σημασία. Διότι η γενική εντύπωση που επικρατεί είναι ότι ο Κουρής ταυτίστηκε με το ΠΑΣΟΚ. Αυτό ισχύσει εν μέρει και μόνο για την πρώτη κυβερνητική περίοδό του.
Οι πολιτικές και μιντιακές κωλοτούμπες του μακαρίτη είναι περισσότερες και εμβληματικότερες από τις αντίστοιχες των πολιτικών. Κατά καιρούς υποστήριξε σχεδόν όλες τις κυβερνήσεις και μετά, αν δεν του έκαναν κάποια χατίρια, στρεφόταν εναντίον τους. Ορισμένα παραδείγματα είναι απλώς ενδεικτικά:
– Στις εκλογές του 1981 πανηγύρισε σαν προσωπική του επιτυχία τη νίκη του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου.
– Ομως, στην περίοδο του 1994 πρωτοστάτησε στην επίθεση εναντίον του, στρεφόμενος και προσωπικά εναντίον του Ανδρέα και της συζύγου του.
– Υποστήριξε στην αρχή τον Κώστα Σημίτη, αλλά αργότερα του επιτέθηκε με σφοδρότητα. Υπουργοί της εποχής μού είχαν πει ότι είχε ζητήσει από την κυβέρνηση κάτι «που δεν μπορούσε να γίνει».
– Παρασυρμένος από αυτό το (έκτοτε μόνιμο) «αντισημιτικό» μένος του, υποστήριξε και την κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή.
– Υποστήριξε τον Αντώνη Σαμαρά το 2012.
– Αμέσως μετά υποστήριξε με πάθος τον Αλέξη Τσίπρα. Μέχρι τα στερνά του
Ο λαϊκισμός αυτός, που καθιερώθηκε ως αυριανισμός, είχε μεγάλη επιρροή και στους πολιτικούς και στις λαϊκές μάζες. Ενδεικτική ήταν η σύγκρουση του Κουρή με τον Μάνο Χατζιδάκι, στη διάρκεια της οποίας ελάχιστοι πήραν το μέρος του συνθέτη. Ακόμη και πολιτικοί της Αριστεράς συντάχθηκαν με την «Αυριανή» .
Ο Γιώργος Κουρής για σχεδόν σαράντα χρόνια υπηρέτησε αυτό το είδος του μιντιακού λαϊκισμού που γνώριζε πολύ καλά. Πολιτικά ήταν παντός καιρού. Δεν ήταν δεξιός, κεντρώος ή αριστερός. Προσαρμοζόταν. Στην εποχή της ακμής του είχε και ανταγωνιστές, αλλά ήταν αναμφισβήτητα ο πατριάρχης του. Τα τελευταία χρόνια ο λαϊκισμός αυτού του είδους έχει υποχωρήσει. Εχει μεταφερθεί σε άλλα πεδία με άλλες μορφές.
Ο λαϊκισμός που καθιέρωσε ο μακαρίτης στον Τύπο είχε δύο βασικά χαρακτηριστικά: τη συκοφαντία και την κολακεία, ανάλογα με την εποχή και τα πρόσωπα. Θα του ταίριαζε αυτή η ρήση του Διογένη του Κυνικού, όταν τον ρώτησαν ποιο από τα θηρία δαγκώνει περισσότερο: «Από τα άγρια ο συκοφάντης και από τα ήμερα ο κόλακας».