DATE

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2015

Κοίτα, μπαμπά 

του Στέφανου Δάνδολου

Καθόμουν και χάζευα χθες τον γιο μου. Είχε πάρει απ' το χέρι τον παππού του και τον πήγαινε από λουλουδάκι σε λουλουδάκι. Ένα μικρό ποτιστήρι γέμιζε με νερό, ύστερα άδειαζε, ξαναγέμιζε, ξανα-άδειαζε, η ίδια δουλειά, πάλι και πάλι και πάλι. "Κοίτα, μπαμπά", μου έλεγε περήφανος.
"Κοίτα, παππού", έλεγε στον δικό μου μπαμπά. Αυτές τις μέρες δεν βάζει γλώσσα μέσα του. Γίνεται δύο χρονών σε λιγότερο από έναν μήνα και ανακαλύπτει τις λέξεις με την ίδια λαχτάρα που ανακαλύπτει τον κόσμο: τα λουλούδια, τα αστέρια, τις βρύσες που καταβρέχουν τα πάντα, το καρπούζι, το χρώμα που παίρνει ο ήλιος όταν δύει, ένα σωρό υπέροχα πράγματα που σε εμάς μοιάζουν τετριμμένα. Καμιά φορά ξεχνιέμαι και λειτουργώ κι εγώ σαν δίχρονος, οπότε η μαμά του αναγκάζεται και καταδιώκει δύο μωρά, αντί για ένα. Καθόμουν λοιπόν χθες και τον χάζευα και σκεφτόμουν πόσο γρήγορα πέρασαν δύο χρόνια από την γέννησή του, γιατί μου φαίνεται σαν να γεννήθηκε μόλις πριν από μια βδομάδα. Ύστερα κοίταξα τον πατέρα μου και ξάφνου όλη η σκηνή αναδύθηκε σαν όνειρο, το παιδί με το ποτιστήρι δεν ήταν γιος μου, αλλά εγώ πριν από μια βδομάδα, χθες, προχθές... Η μόνη πραγματική χρεοκοπία είναι ο χρόνος. Το να μεγαλώνεις. Προχθές είσαι δύο. Χθες είσαι είκοσι. Σήμερα είσαι απλά ένα πορτρέτο. Στον καθρέφτη. 
Την ώρα που παππούς και εγγονός πότιζαν τα λουλούδια, κάτι άλλο που δεν βάζει γλώσσα μέσα του ακουγόταν από μακριά σαν βούισμα. Μια τηλεόραση αναμμένη. Ώρα δελτίου. Φωνές άλλοτε στεντόρειες, άλλοτε παιγνιώδεις, ποτέ τρυφερές, γιατί ο αληθινός κόσμος, σήμερα, 18 Ιουνίου του 2015, δεν είναι τρυφερός. Φωνές διαρκώς ταραγμένες. Μια άλλη ζωή, η Ζωή. Ο Στουρνάρας. Η Ραχήλ. Ο Αλέξης, Ο Αντώνης. Ο Σταύρος. Ο Προκόπης. Όλοι αυτοί, που κάποτε ήταν παιδιά και ίσως πότιζαν λουλούδια με ένα κόκκινο ποτιστήρι, καθρέφτιζαν για ένα ακόμη απόγευμα το δημόσιο πρόσωπο μιας χώρας που έχει πάψει εδώ και καιρό να μετράει τα άστρα. Από την μία οι ώρες οι φοβερές. Ένας κόσμος πολύ μακριά από βρύσες που καταβρέχουν τα πάντα και από το χρώμα που παίρνει ο ήλιος όταν δύει. Ο τρόμος. Η ανησυχία. Η απόγνωση. Το σαράκι για το πού φτάσαμε με τα δικά μας λάθη, με τις δικές μας νοοτροπίες, με την δική μας μεταπολιτευτική κουλτούρα. Και από την άλλη, ο γιος μου, και κάθε γιος και κόρη. Ένα παιδί, που ποτίζει ανέμελο μια θάλασσα από λουλούδια, χωρίς να φοβάται, χωρίς όμως και να ελπίζει, απλά τρισευτυχισμένο που όλα βρίσκονται στη θέση τους όταν στρέφει το βλέμμα του, η μητέρα, ο παππούς, η γιαγιά, ο ουρανός, μια κούκλα του Μίκυ, ένα αυτοκινητάκι. Καθώς όμως άκουγα τον δραματικό παλμό των τηλεοπτικών φωνών, ένα άλλο λιόγερμα ήρθε να με κατακλύσει: αυτή η εθνική τραγωδία που βλέπουμε να εκτυλίσσεται σταγόνα-σταγόνα, σαν το βασανιστικό χρονόμετρο που μας μεταμορφώνει από παιδιά σε μεσήλικες και από μεσήλικες και μεγάλους. Και τότε, έτσι όπως χάζευα τον γιο μου να παίζει, αισθάνθηκα την ανάγκη να του ζητήσω μια μεγάλη συγνώμη. Ήθελα να του πω ότι η αποτυχία δεκαετιών που πιστοποιεί το σημερινό αδιέξοδο του τόπου μας δεν υπήρξε ποτέ κάτι που ονειρεύτηκα για κείνον και για την γενιά του. Ήθελα να του πω ότι εάν τα βρει σκούρα καθώς θα ενηλικιώνεται, φταίω κι εγώ με τις επιλογές μου, με την ανεκτικότητά μου, με τα ελάχιστα πράγματα που προθυμοποιήθηκα να κάνω για το γενικό καλό, με τις ελάχιστες επιρροές που προσέφερα. Ήθελα να του πω ότι εμείς ανδρωθήκαμε σε μια εποχή που δεν είχε ιδιαίτερες δυσκολίες, η γενιά μου δεν γνώρισε πόλεμο, δεν γνώρισε φτώχεια, δεν γνώρισε δελτία τροφίμων. Αντιθέτως, πορευτήκαμε αγκαλιά με την χίμαιρα που παρέσυρε το παράξενο έθνος μας, δοξάσαμε την ματαιοδοξία, υμνήσαμε την μετριότητα, αποθεώσαμε το γελοίο και καταλήξαμε να σκάβουμε έναν λάκκο από χρυσάφι, μόνο και μόνο για να τον φυλάξουμε σαν κρυψώνα τώρα που το χρυσάφι έχει στερέψει. Ήθελα να του πω ότι σε σαράντα χρόνια που εγώ δεν θα ζω, ο τόπος του θα είναι ακόμη κεντημένος πάνω στα ερείπια που εμείς σπείραμε με τόση αυταπάρνηση και προθυμία. Η συγνώμη στη γενιά των μωρών που γεννήθηκαν πριν από δύο χρόνια, και στη γενιά των σημερινών εφήβων, και στη γενιά των εικοσάρηδων που σπουδάζουν και των μεγαλύτερων που αποφοιτούν, είναι το λιγότερο που μπορούμε να πούμε όλοι εμείς που ανήκουμε στις γενιές της χίμαιρας. Συγνώμη, ρε, που σας γεννήσαμε στη χώρα του τίποτε, στη χώρα του ακατάσχετου θορύβου, στη χώρα αυτής της συγκλονιστικής ένδειας που κρυβόταν τόσα χρόνια πίσω από τις ρητορείες των πολιτικών, πίσω από τις σοφιστείες των πνευματικών ανθρώπων, πίσω από τις μεταρρυθμίσεις, τις μεγαλεπήβολες αθλητικές φιέστες, τα παραληρήματα στην πλατεία Ομονοίας, τα τσάμικα των εθνικών γιορτών, τα θριαμβικά εμβατήρια των κομμάτων. Συγνώμη. Αποτύχαμε. Το μαγαζί κλείνει, σήμερα, αύριο, τον Σεπτέμβρη, πάντως οσονούπω κλείνει, σφραγίζεται, συγνώμη. 
Τούτες τις ώρες που ο καθένας κρατάει την αναπνοή του με μοναδικό σύμμαχο το δικό του απόθεμα ελπίδας, το να χαζεύω μια λατρεμένη μορφή να ποτίζει λουλουδάκια κρατώντας το χέρι μιας άλλης λατρεμένης μορφής, είναι ένα είδος βάλσαμου που ωστόσο εμπεριέχει έναν συλλογικό απολογισμό των πεπραγμένων σου. Το πώς βίωσες όλο αυτό το εθνικό ταξίδι της μέρας στη νύχτα. Το μέγεθος της συμμετοχής σου. Η συνεισφορά σου. "Κοίτα, μπαμπά", μου λέει, καθώς στη σκηνή έχει εισβάλλει το κορίτσι που λατρεύει, και τον έχει πάρει απ' το χέρι του παππού. Έρχονται κοντά μου. "Κοίτα, μπαμπά". Και μου δείχνει τα δάχτυλά του που είναι βρεγμένα και στάζουν λάσπες. Ξάφνου, θέλω να του πω κι εγώ, "Κοίτα, γιε μου", και να του δείξω κάτι που θα έχει ενδιαφέρον πραγματικό και θα εκπέμπει ομορφιά, μα οι τηλεοπτικές φωνές από το υπερπέραν είναι τόσο έντονες που όλα μοιάζουν να έχει στερέψει, τίποτε δεν μπορεί να υπερνικήσει τον θόρυβο. Θα ήθελα να του δείξω κάτι από αυτή την χώρα, κάτι που υπήρχε παλιά και υπάρχει και τώρα, κάτι μαγικό, κάτι που να δείχνει ορίζοντα. Μα δεν βλέπω τίποτα τέτοιο πουθενά. Στρέφω το κεφάλι ψηλά, μια ασυναίσθητη κίνηση, μάλλον αμήχανη. Και τότε το στρέφει κι εκείνος. "Κοίτα, μπαμπά", μου λέει. Και δείχνει τα αστέρια.