DATE

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Δεν Είσαι Έργο Τέχνης

Υπάρχει ένα παλιό τραγούδι του Λευτέρη Πανταζή που λέει... Στον καθρέφτη σου κοιτιέσαι και από μόνη σου αγαπιέσαι. Ταιριάζει γάντι σε πολλούς από εμάς, γυναίκες, άνδρες, μικρούς, μεγάλους. Η αυταρέσκεια και η ωραιοποίηση πάντα υπήρχαν σαν χαρακτηριστικά, όμως μάλλον τώρα τελευταία έχoυν γίνει της μοδός. Πόσο γαμάτος είμαι, πόσο ωραία τα κάνω όλα, πόσο όμορφος είμαι, πόσο δίκιο έχω, πόσο απαραίτητος είμαι... Τίποτα πιο γελοίο από έναν άνθρωπο που νομίζει τον εαυτό του για Τζοκόντα, για Καρυάτιδα, για την κρυμμένη πέμπτη Εποχή του Βιβάλντι... Όλο και περισσότερο άνθρωποι-παγώνια περιδιαβαίνουν στις παρέες, στους κύκλους, γύρω μας. Και στο μυαλό είναι καρφωμένες θεόστραβες αντιλήψεις. Ένας άνθρωπος Έργο Τέχνης θεωρεί πως δεν αλλάζει! Τα Έργα Τέχνης δεν αλλάζουν. Φτιάχτηκαν μία και μοναδική φορά, έτσι αποκρυσταλλώθηκαν από τον δημιουργό τους και προχωρούν στον χρόνο. Έτσι και αυτός λέει βαθιά μέσα του ‘’έτσι είμαι εγώ’’... Και οι υπόλοιποι είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθούμε την Τέχνη, να βαράμε παλαμάκια, να ανεχόμαστε, να θαυμάζουμε και να επικροτούμε. Οι άνθρωποι δεν είναι Έργα Τέχνης! Και ευτυχώς! Πόσο βαρετό θα ήταν...! Η Τζοκόντα δεκαετίες ολόκληρες είναι υποχρεωμένη σαν Έργο Τέχνης να κοιτά με ένα συγκεκριμένο βλέμμα, σε μία συγκεκριμένη κατεύθυνση και να φορά τα ίδια ρούχα... Οι άνθρωποι λοιπόν είναι, ή θα μπορούσαν να είναι, δυναμικά συστήματα που τροποποιούνται και τροποποιούν, αλλάζουν, μετασχηματίζονται. Μέσα σε δυσκολίες και αναποδιές σχετίζονται μεταξύ τους, αλλάζουν, δημιουργούν σχέσεις. Αλλάζουν ρούχα και διάθεση. Γελάνε και κλαίνε. Τολμούν και φοβούνται. Κριτικάρουν και αυτοκριτικάρονται. Αυτό βέβαια προϋποθέτει να μη νιώθουν τον εαυτό τους σαν νάμπερ ουάν. Να μην κοιτούν αφ’ υψηλού τους άλλους ανθρώπους και να μην θωρούν αλύγιστοι και άκαμπτοι τις στροφές της ζωής. Οι άνθρωποι που θεωρούν τους εαυτούς τους Έργα Τέχνης αισθάνονται μόνοι τους γιατί δεν χωρά άλλος μέσα στην κορνίζα της ζωής τους. Και στην πραγματικότητα γίνονται βαρετοί, άνευροι και τελικά άψυχοι. Έλα να αλλάζουμε σιγά-σιγά! Να φεύγουμε από τις στραβές, βαριές και στραβοκαρφωμένες κορνίζες! Να αλλάζουμε χρώματα και διαθέσεις. Να σπρώχνουμε τα αρνητικά μας και να τα στριμώχνουμε σε μια γωνιά... Και το καταπληκτικό είναι πως άνθρωποι με αδυναμίες, ελαττώματα και ατέλειες δημιουργούν Έργα Τέχνης. Στον καθρέφτη σου κοιτιέσαι λοιπόν και από μόνη σου αγαπιέσαι! Μία αγάπη ψυχρή, άκεφη, ξινή και ανασφαλής. Ένας σοφός είχε γράψει πως στους ανθρώπους αγαπάμε τις αρνητικές τους πλευρές, τις αδυναμίες τους. Και συμπλήρωνε πως δείκτης μιας πραγματικής αγάπης είναι να δείχνεις τις δικές σου ατέλειες και αδυναμίες. Και μέσα από αυτή την αμφίδρομη σχέση ίσως να γίνεσαι κάπως καλύτερος σαν άνθρωπος. Αυτά η Τζοκόντα δεν μπορεί να τα ακούσει γιατί ο καμβάς είναι το πεπρωμένο της, δεν μπορεί να αναχωρήσει από την ασφάλεια του καμβά της και τις δύο της διαστάσεις. Αλήθεια, ο καθένας από εμάς πόσες διαστάσεις έχει;


πηγή : www.patisionzei.com

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Η κουλτούρα της αγένειας

της Χαριτίνης Καρακωστάκη 

Πώς φτάσαμε να θεωρείται κανονικότητα η επίδειξη των κακών τρόπων.

Οταν συναντιούνται τυχαία δύο άγνωστοι στον δρόμο, έλεγε ο Ερβιν Γκόφμαν (αμερικανός κοινωνιολόγος των ηθών της καθημερινής ζωής), αυτό που ακούγεται συχνότερα να βγαίνει από το στόμα τους είναι «καλημέρα» και «συγγνώμη». Και συμπλήρωνε: Αυτά τα «καλημέρα» και τα «συγγνώμη» πρέπει να τα λάβουμε σοβαρά υπόψη και να τα μελετήσουμε, αν θέλουμε να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί μια κοινωνία.

Αν ο Γκόφμαν μπορούσε να κάνει μια βόλτα σε ένα ελληνικό αστικό κέντρο τού σήμερα, ας πούμε στην πρωτεύουσα, θα παρατηρούσε ότι όταν συναντιούνται δύο άγνωστοι μπορούν να ακουστούν πολλά διαφορετικά πράγματα, εκ των οποίων σπανιότερα «καλημέρα» και «συγγνώμη». Ο εισαγωγικός χαιρετισμός συχνά απουσιάζει ή στην καλύτερη περίπτωση αντικαθίσταται από ένα, μάλλον επιθετικό, «να σας πω!». Η έκφραση δε του αιτήματος που πυροδοτεί την επικοινωνία είναι συχνά αδιαμεσολάβητη: «Θέλω αυτό» ή «Εχετε το τάδε;» ή «Το τσιγάρο σας έρχεται κατευθείαν πάνω μου!». Η απουσία της λεκτικής ευγένειας συνοδεύεται συχνά και από εκφράσεις αγένειας πέραν της φυσικής γλώσσας: η παντελής αδυναμία συγκρότησης ουράς σε ένα ταμείο και οι συνακόλουθοι αναστεναγμοί δυσαρέσκειας που βγαίνουν από το παρατοποθετημένο μπουλούκι των ανθρώπων, το σολιψιστικό μπλοκάρισμα του διαδρόμου ή της πόρτας στο βαγόνι του μετρό, η ευκολία με την οποία κάποιος «δεν σε βλέπει» και σε προσπερνά κλέβοντας τη σειρά σου, χωρίς να αντιλαμβάνεται καν το «δυνατό άγγιγμα» που προκύπτει από το «ασυναίσθητο» σκούντημα ή ποδοπάτημα, δεν είναι παρά μερικές από αυτές.

Η αγένεια δεν είναι προφανώς ελληνικό προνόμιο. Σε όλες τις πόλεις, όπου η επικοινωνία δεν γίνεται με όρους γνωριμίας όπως συμβαίνει στις πιο μικρές κοινότητες, οι άνθρωποι συχνά απογοητεύονται από τη συμπεριφορά τρίτων απέναντί τους. Το ενδιαφέρον όμως της ελληνικής αγένειας στις τυχαίες δημόσιες συναντήσεις μεταξύ αγνώστων είναι ότι αυτή δεν γίνεται ποτέ αντιληπτή ως μεμονωμένη παρέκκλιση από έναν κανόνα αστικής ευγένειας παρά θεωρείται κανονικότητα. Αντίθετα, μέσα σε ένα καθεστώς απόλυτης αστικής διαστροφής, οι τύποι ευγένειας είναι εκείνοι που θεωρούνται παρέκκλιση και γίνονται συχνά αντικείμενο γελοιοποίησης, σχολιασμού και (καλοπροαίρετης;) πλάκας.

Η κουλτούρα της αγένειας διαμορφώνει ασφαλώς και τους όρους δημοσιότητας των δημοσίων προσώπων. Φωνές, τσιρίδες, υποτιμητικός πληθυντικός και μάγκικος ενικός κυριαρχούν στη ζωντανή και τηλεοπτική πολιτική αντιπαράθεση. «Ακούς τι σου λέω, ρε; Ακούς τι σου λέω;», «Αυτό που σου λέω, εγώ!» ακούγονται να βγαίνουν από το στόμα μελιτζανοκόκκινων προσώπων έτοιμων να εκραγούν. Περιγραφικά επίθετα εν είδει κατηγορητηρίου (Καραγκιόζης, μαφιόζοι, λαμόγια, ρουφιάνοι) και ηθικολογίζοντες αφορισμοί («σα δεν ντρέπεστε!», «καλά, εντάξει, μπαρμπούτσαλα») και πού και πού κανένα αναστοχαστικό συγγνώμη («Μα είστε εντελώς ηλίθιος, συγγνώμη κιόλας») δίνουν και παίρνουν προτού τα διακόψει ρυθμικά η τέλεια μονοτονία της επανάληψης: «Με αφήνετε να μιλήσω; Με αφήνετε να μιλήσω; Μα γιατί δε με αφήνετε να μιλήσω;».

Η ελληνική κουλτούρα της αγένειας δεν είναι καθαυτή κακή, όπως αντίστοιχα μια άλλη εθνική κουλτούρα ευγένειας δεν είναι καθαυτή καλή. Πράγματι η χρήση κάποιων λέξεων όπως «καλημέρα», «συγγνώμη», «ορίστε», «παρακαλώ», «ευχαριστώ», καθώς και η χρήση του πληθυντικού αριθμού δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους την καλή συμβίωση των κατοίκων των πόλεων, ούτε επαρκούν για να εξαλείψουν τη βία – βίαιες συμπεριφορές εκδηλώνονται κάλλιστα και σε συνθήκης απόλυτης ευγένειας. Επιτελούν όμως, όπου χρησιμοποιούνται, μια σειρά από πολύπλοκες κοινωνικές λειτουργίες τις οποίες δεν πρέπει να παραβλέψουμε: οργανώνουν τις τυχαίες αλλά αναπόφευκτες συναντήσεις μεταξύ αγνώστων, φτιάχνουν μικρές καθημερινές τελετουργίες, αισθητικοποιούν την επικοινωνία κρύβοντας την πραγματική αδιαφορία που μπορεί να νιώθει ο ένας για τον άλλον, επιτρέπουν την έκφραση μέχρι και των πιο παράδοξων αιτημάτων διαλύοντας και ξαναφτιάχνοντας στιγμιαίες σχέσεις εξάρτησης. Κυρίως, όμως, υφαίνουν το πλαίσιο μιας κουλτούρας που υπολογίζει τον Άλλον, επιτρέπει την κριτική, αλλά επιζητεί τη συναίνεση.

Όχι, η κουλτούρα της αγένειας δεν είναι καθαυτή κακή. Ευνοεί όμως τις εκρήξεις, τις φορμαλιστικές αντιπαραθέσεις και τις ανταγωνιστικές επιδείξεις υπέρμετρων εγώ. Αντίθετα, η αναγνώριση του Άλλου και η προσοχή στις ανάγκες του, που αυτόματα προκύπτουν από τη μηχανική χρήση ξερών τύπων ευγένειας, καθρεφτίζουν μία προδιάθεση συναίνεσης, απαραίτητη για την αστική συμβίωση. Ευγένειες και αγένειες, ήρθε η ώρα όλες αυτές τις λέξεις, τις στάσεις, τις συμπεριφορές, να τις πάρουμε στα σοβαρά.

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Και η ζωή συνεχίζεται


του Μπάμπη Βρώτσου

Δυστυχώς για άλλη μια φορά φάνηκε η ανικανότητα του κράτους, κυρίως,να διαχειρισθεί ένα ποδοσφαιρικό αγώνα ,ντέρμπυ κατά τα λεγόμενα . Και μετά άρχισε το γνωστό γαϊτανάκι  ποιός φταίει περισσότερο πετώντας τη μπάλα ο ένας στον άλλο . Είναι γεγονός πλέον αδιαμφισβήτητο ότι με ημίμετρα δεν λύνεται το πρόβλημα , και στην περίπτωση του ελληνικού πρωταθλήματος ,κατά την γνώμη μου, μόνο η διακοπή του επ’ αόριστον και η κατάργηση των οργανωμένων συνδέσμων θα μπορούσε να επιφέρει μια ριζική αλλαγή .

Η κατάσταση του ποδοσφαίρου είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας μας σήμερα . Εάν παραλληλίσουμε την κατάσταση με ποδοσφαιρικούς όρους καταλαβαίνει εύκολα κάποιος  πως λειτουργεί και το κράτος . Έστω ότι ο Ολυμπιακός στην προκειμένη περίπτωση είναι η εκάστοτε κυβέρνηση δηλαδή ο ισχυρός , και οι υπόλοιπες ομάδες οι πολίτες της  χώρας . Ο Ολυμπιακός (κυβέρνηση) λόγω οικονομικής ευρωστίας και κατ’ επέκταση θέσης έχει την δυνατότητα να  διαχειρίζεται , να ελέγχει και να διανέμει την πίτα σε όλα τα επίπεδα (ποδοσφαιρικά και μη ) κατά το δοκούν . Οι υπόλοιπες ομάδες (πολίτες) λόγω αδυναμίας κυρίως οικονομικής αλλά και μη εξεύρεσης εναλλακτικής , απλά παρακολουθούν και συμμετέχουν χωρίς να μπορούν να επέμβουν ουσιαστικά και δυναμικά ώστε να ανατραπεί το σκηνικό . Έτσι λογικά επέρχεται δυσαρέσκεια προς τον ισχυρό με αποτέλεσμα τις συνεχείς διαμαρτυρίες και συγκρούσεις , όπου τις περισσότερες φορές αυτές επιστρέφουν ως μπούμερανκ στους ίδιους με πολύ αρνητικές συνέπειες .


Ολοκληρώνοντας και επειδή ζούμε σε μια χώρα που όλα επιτρέπονται και λίγα απαγορεύονται ούτε τώρα πρόκειται να αλλάξει κάτι . Το μόνο άλλωστε που ενδιαφέρει τους πολιτικούς όλων ανεξαιρέτως των κομμάτων, ακόμα και στη κατάσταση που βρισκόμαστε σήμερα είναι η ψήφος και η καρέκλα της εξουσίας , και γι αυτό ακριβώς το λόγο δεν βάζει κανένας το μαχαίρι βαθιά μέχρι το κόκκαλο σε κανένα απολύτως ζήτημα . Μόνο όταν θα πάψει να υπάρχει η αλληλεξάρτηση μεταξύ των δύο (πολιτικών – πολιτών) θα μπορέσει να φανεί κάτι θετικό στον ορίζοντα .