DATE

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016


Το μήνυμα του Brexit  Οι ευθύνες της ΕΕ και το μέλλον μας


του Παύλου Νεράντζη 
Απογοήτευση και έντονες διεργασίες στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, λόγω του Brexit, ανάστατες οι πολιτικές ηγεσίες, που συνεδριάζουν εκτάκτως, πανικός στα χρηματιστήρια, παγκόσμιο κραχ στις αγορές, παραιτείται ο βρετανός πρωθυπουργός, πανηγυρίζουν οι ευρωσκεπτικιστές και οι ακροδεξιές δυνάμεις, ζητώντας δημοψηφίσματα για έξοδο των χωρών τους από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Όμως όχι: η απόφαση των Βρετανών δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία. Μπορεί η ιστορία να καταγράψει ότι για μια χούφτα ψήφους, για κάτι περισσότερο από ένα εκατομμύριο, η γηραιά Αλβιώνα αποχώρησε  από την Ενωμένη Ευρώπη, μπορεί η Βόρεια Ιρλανδία και η Σκωτία, που είχε κάνει δημοψήφισμα το Σεπτέμβριο του 2014 για να ανεξαρτητοποιηθεί από τη Βρετανία (επικράτησε τελικά το “όχι” με 55% περίπου) να έχει ταχθεί υπέρ της παραμονής στην ΕΕ, αλλά το brexit, ακόμη κι αν είχε χάσει, συγκεντρώνοντας τόσο υψηλά ποσοστά, θα ήταν μια μαχαιριά στην καρδιά της Γηραιάς Ηπείρου. Θα ήταν -και πολύ περισσότερο τώρα που αποτελεί τελεσίδικο γεγονός- είναι ένα βαθύτατο πλήγμα στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Ένα χτύπημα που έρχεται να προστεθεί στα τόσα που δέχεται η ΕΕ πρωτίστως όχι από τους αντιπάλους και συμμάχους της στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, αλλά από τα ίδια τα μέλη της. Αυτά που υιοθετούν ολοένα και περισσότερο τη ρητορική και τις πολιτικές των ακραίων εθνικιστικών και ξενόφοβων δυνάμεων, αυτά που κρύβονται ακόμη και σήμερα σαν τη στρουθοκάμηλο λέγοντας λόγια παχιά και μεγάλα για την αναγκαιότητα  τήρησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας, για νέα μέτρα λιτότητας. Η δύναμη του Φαρέϊτζ στη Βρετανία και της Λεπέν στη Γαλλία δεν προέκυψε από το πουθενά. Είναι απόρροια μιας πολιτικής που οδήγησε μερίδα Ευρωπαίων πολιτών σε ακραίες, ξενόφοβες, εθνικιστικές προσεγγίσεις.
Είναι αυτά τα κράτη-μέλη της ΕΕ που κυβερνώνται από νεοφιλελεύθερες δυνάμεις οι οποίες αδιαφορούν για την ουσία των πραγμάτων, για το status των Ευρωπαίων πολιτών, που ολοένα και περισσότερο φτωχοποιούνται, για τις στρατιές των ανέργων, για τα γκέτο των μεταναστών, για τους πρόσφυγες που φεύγουν κυνηγημένοι από εστίες πολέμου που οι ίδιες οι ελίτ προκάλεσαν, που γράφουν στα παλαιά τους υποδήματα εδώ και χρόνια τις αρχές, τις αξίες και τον πολιτισμό επί των οποίων δημιουργήθηκε και μεγάλωσε η Ενωμένη Ευρώπη.
ΟΙ λόγοι για αυτήν την επώδυνη κατάσταση είναι πολλοί  και δεν είναι της ώρας ν΄ αναλυθούν. Το καμπανάκι για αλλαγή πλεύσης χτύπησε πολλές φορές, αλλά ουδέποτε εισακούστηκε στα κέντρα λήψης των αποφάσεων σε Βερολίνο και Βρυξέλλες.
Ακόμη και με αφορμή την ελληνική κρίση, το δημοψήφισμα του 2015, την αγωνία ενός ολόκληρου λαού που βρέθηκε μοιρασμένος, ενώ στην πλειοψηφία του ήθελε και θέλει την παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη. Δεν ήθελαν, όμως, οι Μεγάλοι σε Βερολίνο, Βρυξέλλες και Παρίσι ν΄ ακούσουν τη φωνή της Αθήνας. Όπως δεν αφουγκράστηκαν τόσες και τόσες προειδοποιήσεις.
Και τώρα αμφιβάλλω ότι η σημερινή θα μπορούσε να ήταν μια καλή μέρα για την Ευρώπη, όπως έγραψε η Guardian. Το Brexit δεν πρόκειται ν΄ αποτελέσει ένα ισχυρό μήνυμα για τους Ευρωπαίους ηγέτες ν΄ αλλάξουν πορεία και να επιστρέψουν στις ιδρυτικές διακηρύξεις της ΕΕ (αλληλεγγύη, εμβάθυνση της δημοκρατίας, κλπ.).
Το Brexit δεν πρόκειται να ξυπνήσει τις ευρωπαϊκές ελίτ και πολύ περισσότερο το Βερολίνο που από το Μάαστριχτ και μετά επέβαλε ως πρωτεύουσα αρχή τη δημοσιονομική πειθαρχία. Απλώς θα επιχειρήσουν την πλέον ανώδυνη διαχείρισή του. Η Ευρώπη έχει γερμανοποιηθεί εδώ και χρόνια και τώρα η γερμανική ηγεμονία εισπράττει το αποτέλεσμα των επιλογών της. Το Brexit υποδηλώνει σαφέστατα την αποτυχία των πολιτικών της κυρίαρχης πολιτικής και οικονομικής ελίτ.
Δεν γνωρίζω -και κανείς δεν είναι σε θέση να πει- αν το Brexit είναι η αρχή της διάλυσης της ΕΕ. Το βέβαιο, όμως, είναι ότι ενισχύονται οι αποσχιστικές τάσεις, οι ακραίες εθνικιστικές φωνές, οι φωνές που θέλουν την επιστροφή σε δήθεν ισχυρά κράτη-έθνη.
Με το Brexit η ΕΕ, η νεοφιλελεύθερη Ευρώπη χάνει έδαφος, αλλά όχι προς όφελος μιας εναλλακτικής οπτικής που στηρίζεται στην αλληλεγγύη των λαών. Πρώτοι σήκωσαν συρματοπλέγματα οι τελευταίοι που προσκολλήθηκαν στο ευρωπαϊκό άρμα, δηλαδή οι ανατολικοευρωπαίοι (χώρες του Βίζεγκραντ), χωρίς κανείς ν΄ αντιδράσει. Και τώρα ακολουθεί η κραταιά Βρετανία.
Η ΕΕ κλυδωνίζεται μέρα με τη μέρα. Οι πολίτες της δεν πιστεύουν πια στις ηγεσίες τους. Το όραμα ξεθωριάζει, σχεδόν δεν φαίνεται. Κι αυτό είναι το χειρότερο. Η αναγκαιότητα μιας νέας πολιτικής πρότασης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο είναι αναγκαία όσο ποτέ.

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Φταίει ο Ανδρέας Παπανδρέου για τη χρεοκοπία της χώρας ;



Η οικονομική πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου και οι επιπτώσεις της στο χθες και το σήμερα. Από την "πλούσια" Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του '80 ως τη διολίσθηση της δραχμής και απ' τα πακέτα Ντελόρ στο 'Τσοβόλα δώστα όλα'. Οικονομολόγοι αναλύουν το πώς και κατά πόσο επηρέασε την εξέλιξη της οικονομίας μέχρι την κατάρρευσή της, δύο δεκαετίες αργότερα 


Σε ποια θέση βρισκόταν η Ελλάδα, όταν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες "άνθιζαν" οικονομικά, ποια ήταν η "τύχη" των ευρωπαϊκών πόρων και τι συνέβη με τις κρατικοποιήσεις, το δημόσιο χρέος και τις δαπάνες, κατά την μακρά περίοδο διακυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου.
AdTech Ad


Με αφορμή τη συμπλήρωση 20 χρόνων από τον θάνατό του, τέσσερις οικονομολόγοι αναλύουν τις επιλογές σε επίπεδο άσκησης οικονομικής πολιτικής και εκτιμούν το  κατά πόσο επηρέασαν την εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας, από τις αρχές του 1980 μέχρι σήμερα. Ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου ο άνθρωπος της (οικονομικής) αλλαγής ή ο ηγέτης που "μοίραζε λεφτά, για να κρατηθεί στην εξουσία" και έβαλε το "λιθαράκι" για τη χρεοκοπία της χώρας, δύο δεκαετίες αργότερα ;


                   "Η πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν ζημιογόνα για την ελληνική οικονομία"

              * Δημήτρης Βαγιανός, London School of Economics
Η πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου (ΑΠ) ήταν ζημιογόνα για την Ελληνική οικονομία. Οι κακές επιδόσεις της Ελληνικής οικονομίας κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του ΑΠ μπορούν να συνοψιστούν σε τρία απλά γραφήματα.
Το πρώτο γράφημα παρουσιάζει το ακαθάριστο εθνικό προϊόν (ΑΕΠ) κατά κεφαλή, συγκρίνοντας την Ελλάδα με Ιρλανδία, Ισπανία, και Πορτογαλία. Η Ελλάδα εισήλθε στη δεκαετία του 1980 όντας πιο πλούσια από τις άλλες τρεις χώρες. Το 1980 ο μέσος Έλληνας ήταν κατά 17% πλουσιότερος από τον μέσο Ιρλανδό, 8% από τον μέσο Ισπανό, και 28% από τον μέσο Πορτογάλο. Η εικόνα αυτή ανατράπηκε την δεκαετία του 1980. Η Ιρλανδία και η Ισπανία ξεπέρασαν την Ελλάδα, και η Πορτογαλία σχεδόν την έφτασε. Το 1990 ο μέσος Έλληνας ήταν κατά 6% φτωχότερος από τον μέσο Ιρλανδό, 8% φτωχότερος από τον μέσο Ισπανό και μόλις 6% πλουσιότερος από τον μέσο Πορτογάλο. Όπως φαίνεται στο Γράφημα 1, οι άλλες χώρες αναπτύσσονταν γρήγορα ενώ η Ελλάδα παρέμενε σχεδόν στάσιμη.

Γράφημα 1: ΑΕΠ κατά κεφαλή, στην Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, και Πορτογαλία, την περίοδο 1970-2015. Τα στοιχεία προέρχονται από την Conference Board Total Economy Database. Το ΑΕΠ μετράται σε δολλάρια ΗΠΑ του 2014 και σε όρους αγοραστικής δύναμης. Το γράφημα είναι σε λογαριθμική κλίμακα. ES=Ισπανία, GR=Ελλάδα, IE=Ιρλανδία, PT=Πορτογαλία.
Το δεύτερο γράφημα παρουσιάζει το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ. To 1980 το δημόσιο χρέος της Ελλάδας ήταν 21% του ΑΕΠ, ελαφρώς υψηλότερο από αυτό της Ισπανίας (16%), χαμηλότερο από αυτό της Πορτογαλίας (29%), και πολύ χαμηλότερο από αυτό της Ιρλανδίας (67%). Κατά τη δεκαετία 1981-1990 το δημόσιο χρέος στην Ελλάδα αυξήθηκε αλματωδώς. To 1990 έφτασε στο 68% του ΑΕΠ, έχοντας ξεπεράσει κατά πολύ αυτό της Πορτογαλίας (52%), και το 1993 έφτασε στο 94%, ξεπερνώντας ακόμα και αυτό της Ιρλανδίας (91%). (Την περίοδο 1991-1993 ο ΑΠ δεν βρίσκονταν στην εξουσία, αλλά η αύξηση του χρέους οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην δυσκολία περιορισμού των ελλειμμάτων που είχαν δημιουργηθεί κατά τα χρόνια που κυβερνούσε).

Γράφημα 2: Δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, και Πορτογαλία, την περίοδο 1970-2015. Τα στοιχεία προέρχονται από την βάση δεδομένων AMECO. ES=Ισπανία, GR=Ελλάδα, IE=Ιρλανδία, PT=Πορτογαλία.
Συνοψίζοντας, η διακυβέρνηση του ΑΠ την δεκαετία 1981-1990 κληρονόμησε στην Ελληνική οικονομία ένα υψηλό δημόσιο χρέος. Ο δανεισμός θα μπορούσε να ήταν επωφελής σε κάποιο βαθμό αν οι πόροι είχαν κατευθυνθεί σε δημόσιες επενδύσεις, όπως δρόμοι, σχολεία, νοσοκομεία, κτλ. Δυστυχώς όμως οι πόροι κατευθύνθηκαν κυρίως στην κατανάλωση (μέσω αύξησης μισθών στο δημόσιο και συντάξεων). Οι δημόσιες επενδύσεις παρέμειναν στα επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας 1971-1980, και χαμηλότερες σε σχέση με Ιρλανδία, Ισπανία, και Πορτογαλία.
Το τρίτο γράφημα παρουσιάζει τις ιδιωτικές επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ, εξαιρώντας τις κατασκευές κατοικιών, και συγκρίνοντας την Ελλάδα με Ισπανία, Πορτογαλία, και τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξαιρώ τις κατοικίες για να εστιάσω στις επενδύσεις των επιχειρήσεων, δηλαδή τις παραγωγικές επενδύσεις αντί για αυτές που συνδέονται άμεσα με την κατανάλωση. Το γράφημα δείχνει ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις στην Ελλάδα ήταν γενικά χαμηλότερες από τις άλλες χώρες, αλλά το χάσμα την δεκαετία 1981-1990 ήταν μεγαλύτερο από τις άλλες δεκαετίες (αν και με σχετικά μικρή διαφορά σε σύγκριση με την δεκαετία 1971-1980). Και σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ το 1993, οι ξένες άμεσες επενδύσεις (FDI) στην Ελλάδα την δεκαετία 1981-1990 ήταν τέσσερις με πέντε φορές χαμηλότερες, ως ποσοστό του ΑΕΠ, από αυτές στην Ισπανία και Πορτογαλία.1

Γράφημα 3: Ιδιωτικές επεδύσεις πλην κατοικιών, ως ποσοστό του ΑΕΠ, στην Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, και Πορτογαλία, την περίοδο 1970-2015. Τα στοιχεία προέρχονται από την βάση δεδομένων AMECO. ES=Ισπανία, GR=Ελλάδα, IE=Ιρλανδία, PT=Πορτογαλία.

                                   Χαμηλές επενδύσεις, αύξηση δαπανών και χρέους και κακή διαχείριση

Συνοπτικά, η Ελληνική οικονομία παρέμεινε στάσιμη την περίοδο 1981-1990, ενώ οι άλλες Ευρωπαϊκές οικονομίες αναπτύσσονταν. Οι παραγωγικές επενδύσεις (δημόσιες και ιδιωτικές), οι οποίες αποτέλεσαν τον βασικό μοχλό της ταχείας ανάπτυξης της Ελληνικής οικονομίας τις δεκαετίες του 1950 και 1960, ήταν χαμηλές, τόσο σε σύγκριση με τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες όσο και με τις γειτονικές δεκαετίες. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος αυξήθηκε αλματωδώς, με το μεγαλύτερο μέρος των δανειζόμενων πόρων να κατευθύνεται στην κατανάλωση. Οι κακές αυτές επιδόσεις οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική πολιτική του ΑΠ και των κυβερνήσεών του.
Στο δημοσιονομικό κομμάτι, αυξήθηκαν πολύ οι δαπάνες χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη αύξηση των φορολογικών εσόδων. Αυτό οδήγησε στη μεγάλη αύξηση των ελλειμμάτων και του χρέους (Γράφημα 2). Επίσης η αύξηση των δαπανών δεν έγινε με παραγωγικό τρόπο. Όπως αναφέραμε παραπάνω, οι δημόσιες επενδύσεις παρέμειναν χαμηλές. Αλλά ακόμα και η αύξηση των δαπανών για κοινωνικές παροχές όπως συντάξεις και υγεία δεν συνοδεύτηκε από τη δημιουργία σύγχρονων υποδομών (για τα δεδομένα της εποχής). Για παράδειγμα, το ασφαλιστικό σύστημα παρέμεινε κατακερματισμένο με σημαντικά προνόμια για πολιτικά ισχυρές επαγγελματικές ομάδες και οι συντάξεις είχαν μικρή συσχέτιση με τις εισφορές, μειώνοντας έτσι τα κίνητρα για δημιουργία θέσεων εργασίας.
Η διαχείριση ήταν κακή και σε άλλους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας. Τόσο τη δεκαετία του 1970 όσο και αυτή του 1980, πολλές ιδιωτικές επιχειρήσεις κρατικοποιήθηκαν. Σε αρκετές περιπτώσεις αυτό έγινε επειδή οι επιχειρήσεις ήταν ζημιογόνες. Η κρατική διαχείριση όμως αύξησε τις ζημιές, με αποτέλεσμα οι επιχειρήσεις να παραμένουν σε λειτουργία μόνο χάρη σε υψηλές κρατικές επιδοτήσεις. Οι κρατικοποιήσεις σε συνδυασμό με την αυξανόμενη κομματικοποίηση του κράτους τη δεκαετία του 1980 συνετέλεσαν στο να έχουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις όλο και μεγαλύτερο έλεγχο στο σύνολο της οικονομίας. Οι αρνητικές συνέπειες του κρατικίστικου αυτού μοντέλου ήταν εμφανείς στον χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας (Γράφημα 1) και στο χαμηλό μέγεθος των ιδιωτικών επενδύσεων (Γράφημα 3).
Κάποιες θετικές εξαιρέσεις υπήρχαν. Υπό την πίεση του αυξανόμενου ελλείμματος στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών, η κυβέρνηση του ΑΠ μετά τις εκλογές του 1985 προσπάθησε να συγκρατήσει τις κρατικές δαπάνες και γενικότερα να σταθεροποιήσει την οικονομία. Το πρόγραμμά αυτό εγκαταλείφθηκε μετά από δύο χρόνια, και πολλά από τα οφέλη εξανεμίσθηκαν. Μια άλλη θετική εξαίρεση ήταν ο σχηματισμός της Επιτροπής Καρατζά την περίοδο 1985-1989. Η επιτροπή αυτή έθεσε τις βάσεις για τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος, ο οποίος έλαβε χώρα κυρίως τη δεκαετία του 1990. Και στις δύο περιπτώσεις (σταθεροποιητικό πρόγραμμα και Επιτροπή Καρατζά) ο ρόλος του Κώστα Σημίτη ήταν σημαντικός.
Η οικονομική πολιτική του ΑΠ και των κυβερνήσεών του προφανώς δεν ήταν η μόνη αιτία για την χρεοκοπία, η οποία έλαβε χώρα σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα. Οι κυβερνήσεις που διαδέχθηκαν αυτές του ΑΠ φέρουν επίσης σημαντική ευθύνη, με την ευθύνη να βαραίνει περισσότερο τις κυβερνήσεις του Κώστα Καραμανλή. Ίσως η μεγαλύτερη ευθύνη του ΑΠ για την μελλοντική πορεία της Ελληνικής οικονομίας ήταν η ενίσχυση του κρατικίστικου μοντέλου---με τον υπερβολικό έλεγχο του κράτους και του κυβερνώντος κόμματος στο σύνολο της οικονομίας. Το παρωχημένο αυτό μοντέλο, το οποίο δυστυχώς ασπάζεται ακόμα μεγάλο μέρος του πολιτικού μας συστήματος, είναι η βασική αιτία για την κακή πορεία της Ελληνικής οικονομίας και για την αδυναμία μας να βγούμε από την κρίση.
Αν το 1980 είχαν τεθεί οι βάσεις για ένα πιο σύγχρονο οικονομικό μοντέλο βασισμένο σε ένα μικρότερο και αποτελεσματικότερο κράτος και στην ανάπτυξη μέσω ιδιωτικών επενδύσεων και υψηλής ποιότητας εκπαίδευσης, τότε η Ελληνική οικονομία θα ήταν σε πολύ καλύτερη μοίρα. Ένα τέτοιο μοντέλο ακολούθησε η Ιρλανδία από τα μέσα της δεκαετίας το 1990, με εντυπωσιακά αποτελέσματα (Γράφημα 1). Δυστυχώς κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ΑΠ, η Ελλάδα κινήθηκε προς ακριβώς την αντίθετη κατεύθυνση.

                               "Το βάρος της χρεοκοπίας πέφτει στις κυβερνήσεις Σημίτη και Καραμανλή"

                      * Κωνσταντίνος Βέργος, Portsmouth Business School
Η πρώτη τετραετία (1981-1985) ήταν η σημαντικότερη καθώς συνοδεύτηκε από σημαντικά μέτρα παρέμβασης στην οικονομία, όπως κοινωνικοποιήσεις και θεσμικές αλλαγές. Όμως, καθώς ήταν τετραετία σε εποχή μεγάλης παγκόσμια κρίσης, και οι εταιρίες που κοινωνικοποιήθηκαν είχαν προβλήματα λόγω γενικότερης ύφεσης παγκοσμίως και κακής διοίκησης, δεν συνοδεύτηκε από μεγάλη επιτυχία. Η δεύτερη τετραετία συνοδεύτηκε από σημαντική πτώση του πληθωρισμού και ανάπτυξη του τραπεζικού συστήματος που επέτρεψαν ανάπτυξη αλλά και οδήγησαν σε υπερδανεισμό ιδιωτών. Πάντως εκείνη την περίοδο τα επιτόκια έπεφταν διεθνώς, κάτι που βοήθησε την τότε κυβέρνηση.
Εκτιμώ ότι οι "κοινωνικοποιήσεις" παραγωγικών εταιριών, όπως Χαλυβουργιών και Υφαντουργικών επιχειρήσεων τις οποίες χρεοκόπησαν οι ιδιοκτήτες τους  ήταν σημαντικό λάθος, παρότι με το πνεύμα εκείνης της εποχής διαφαίνονταν ως κίνηση ενδυνάμωσης της οικονομίας και ‘λαϊκού ελέγχου’. Όμως η ανάπτυξη του Εθνικού Συστήματος Υγείας, η διεύρυνση εργασιακών συμβάσεων σε διεθνή στάνταρντς και η διατήρηση της Ελλάδος στην ΕΕ με σημαντικά ανταλλάγματα, ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση, εκμοντέρνισαν την χώρα. Η επαρχία αναπτύχθηκε σημαντικά και η Ελλάδα έγινε ουσιαστικά ανεπτυγμένη χώρα στο σύνολό της.
Το επίπεδο χρέους αυξήθηκε σημαντικά τη περίοδο 1981-1996, όμως όχι υπέρμετρα σε σχέση με άλλα κράτη. Στην Ελλάδα το χρέος άρχισε να αυξάνεται δυσανάλογα πολύ, σε σχέση με άλλα κράτη, πολλά χρόνια μετά το θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, μετά την είσοδο στο ΕΥΡΩ, που όμως δεν ήταν απόφαση του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά της κυβέρνησης Σημίτη. Το χρέος  εκτοξεύτηκε από τις σπατάλες για την διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων και εκείνες που ακολούθησαν. Οι κυβερνήσεις Σημίτη και Καραμανλή ουσιαστικά ευθύνονται, με το κύριο βάρος στην κυβέρνηση Σημίτη καθώς εκείνη αποφάσισε την είσοδο στο ΕΥΡΩ και τη διοργάνωση των πολυέξοδων ολυμπιακών αγώνων. Η θέση της Ελλάδος βελτιώθηκε με τα Ολυμπιακά έργα και το ΕΥΡΩ, αλλά η ανταγωνιστικότητα χάθηκε, το κόστος εργασίας και κατοικίας έγινε σταδιακά υψηλό λόγω σκληρού νομίσματος .
Να σημειώσουμε πάντως ότι η χρεοκοπία δεν είναι μόνο αποτέλεσμα του ύψους του χρέους, αλλά κυρίως της διάρθρωσης του, καθώς το μεγαλύτερο τμήμα του ήταν πληρωτέο κυρίως σε 3-4 χρόνια, με αποτέλεσμα η ετήσια πληρωμή να φτάνει τα 30 δις, αντί σε 40-50 έτη, όπου η ετήσια πληρωμή θα ήταν πολύ χαμηλότερη.
                        "Η τωρινή χρεοκοπία έχει τις ρίζες της στην πρώτη 8ετία Παπανδρέου"
                         * Ανδρέας Κούτρας, οικονομικός αναλυτής, ITC Markets
Αν και καθηγητής οικονομικών ο Ανδρέας Παπανδρέου και μάλιστα από τους ικανότερους της γενιάς του με λαμπρή σταδιοδρομία στην Αμερική, δεν φαίνεται να τον απασχολούσε ιδιαίτερα η υγεία της οικονομίας όταν έγινε πρωθυπουργός παρά μόνο όταν βρισκόταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Κύριο μέλημα του ήταν η εδραίωση στην εξουσία και ίσως ο ρεβανσισμός. Οι δαπάνες του προϋπολογισμού για τον ευρύτερο Δημόσιο τομέα εκτινάχθηκαν από το 48% του ΑΕΠ το 1981 στο 70% το 1988 χωρίς όμως παράλληλη αύξηση των εσόδων  ή των δημοσίων επενδύσεων. Ενδεικτικό είναι πως ο προϋπολογισμός το 1981 ήταν 625δις δραχμές το 1988 έφτασε τα 3.2τρις. Τυπώθηκε πληθωριστικό χρήμα για να δοθούν αυξήσεις χωρίς όμως να υπάρχουν έσοδα. Το αποτέλεσμα ήταν η εκτίναξη του πληθωρισμού στο 25% το 1985. Αυτό σήμαινε πως κάθε χρόνο οι μισθωτοί και συνταξιούχοι έχαναν 3 μηνιάτικα αγοραστική αξία. Το 1985 που ήταν προεκλογικό έτος η Ελλάδα είχε φτάσει στα πρόθυρα της χρεοκοπίας με την τράπεζα της Ελλάδος να έχει συνάλλαγμα για λίγες εβδομάδες μόνο. Τότε ήταν που έπεσε το σύνθημα «Για ακόμα καλύτερες μέρες» (Αργότερα θα μεταλλαχθεί σε «Λεφτά υπάρχουν» από τον υιό)
Είναι δύσκολο να βρει κάποιος έστω και ένα καλό που έκανε στην οικονομία η πολιτική του Α.Παπανδρέου. Απλά μοίραζε λεφτά για να κρατηθεί στην εξουσία όπως κάνει κάθε τριτοκοσμικός ηγέτης. Δεν έκανε δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και των φορολογικών βαρών. Παρά τις μεγάλες εξαγγελίες για κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα,
- το ποσοστό των φόρων που πλήρωναν μισθωτοί και συνταξιούχοι από 52,1% το 1980 έφτασε το 63,2% το 1986!
- Η παραγωγικότητα μειώθηκε κατά 5,5% ενώ την ίδια περίοδο στη Ευρώπη αυξήθηκε κατά 20%.
- Η ανεργία παρά τις προσλήψεις από 2,7% πήγε στο 7% .
- Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά μόλις 6.8% όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη αυξήθηκε κατά 26%.
- Η φοροδιαφυγή γιγαντώθηκε και η κυβέρνηση δανειζόταν για να μοιράσει και να αγοράσει ψήφους.

                                             Από την επανεκλογή το 1985 στο "Τσοβόλα δώστα όλα"

Μερικές βδομάδες μετά την επανεκλογή του στην πρωθυπουργία το 1985, υποτίμησε την δραχμή (ακολούθησαν και άλλες) και ανακοίνωσε περικοπές μισθών και συντάξεων για να σώσει (και πάλι) την Ελλάδα.
Όταν η υποτίμηση δεν ήταν επικοινωνιακά αρεστή εφευρέθηκε η διολίσθηση της δραχμής κατά 1% κάθε μήνα.
Το 1989, έτος προεκλογικό, ελέχθη το περίφημο «Τσοβόλα δώστα όλα» δίνοντας το σινιάλο της οικονομικής ασυδοσίας.
Η αλήθεια είναι πως αν δεν υπήρχαν τα ΕΟΚικά κονδύλια θα είχαμε χρεοκοπήσει. Ήταν μεγάλη ιστορική ατυχία να συμπέσει η άνοδος του Α.Παπανδρέου, με την είσοδο μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Τα κοινοτικά κονδύλια όχι μόνο επέτρεψαν στο δήθεν κίνημα και τον Α.Παπανδρέου να κρατηθεί στην εξουσία για πολύ παραπάνω χρόνο από ότι έπρεπε, αλλά απέτρεψαν τον εκσυχρονισμό της οικονομίας και την πρόοδο της κοινωνίας. Στο Ιράκ και στην μέση ανατολή το πετρέλαιο κράτησε τους διαφόρους Σαντάμ και Καντάφι στην εξουσία και ανάσχεσε οποιαδήποτε πρόοδο. Στην Ελλάδα τον τον ρόλο του πετρελαίου έπαιξαν η δραχμή με το τύπωμα, οι ΕΟΚικές και μετέπειτα Ευρωπαϊκές επιδοτήσεις ο εύκολος δανεισμός και η οικονομική πολιτική του Α.Παπανδρέου.

                               Κρατικιστικά μοντέλα, διορισμοί, ψηφοθηρία και... εργατοπατέρες

Όταν όλες οι Ευρωπαϊκές χώρες απελευθέρωναν τις οικονομίες τους η δήθεν προοδευτική αριστερά με κυρίαρχο τον Α.Παπανδρέου επέμεινε σε σοβιετικού τύπου κρατικιστικά μοντέλα, φυσικά για να διορίζει και να ψηφοθηρεί. Αυτό είναι και ένα μεγάλο αίνιγμα γιατί ο Α.Παπανδρέου ακαδημαϊκά κάθε άλλο από κρατιστής οικονομολόγος ήταν. Κάθε άλλο, είχε την φήμη του εκσυγχρονιστή και μεταρρυθμιστή. Αντί αυτού ενθάρρυνε εργατοπατέρες που μόνο τα συμφέροντα των εργαζομένων και της κοινωνίας δεν υπηρετούσαν και ντόπαραν τους πολίτες με το «Ο λαός στην εξουσία». Το δημόσιο χρησιμοποιήθηκε ως κομματικό τσιφλίκι και ο διορισμός για να μειώσει την ανεργία προσθέτοντας ψήφους και χρέη. Η δήθεν προοδευτική ιδεολογία του είχε επικρατήσει απόλυτα, με κύριο δεκανίκι τους εκδότες επιχειρηματίες/κατασκευαστές που παίρνανε όλες τις δουλειές.
Η διαφθορά έγινε κυρίαρχο στοιχείο της καθημερινότητας του πολίτη. Το μεγαλύτερο μηντιακό-οικονομικό σκάνδαλο της μεταπολίτευσης η αγορά της τράπεζας Κρήτης από τον Κοσκωτά θα γίνει προπομπός των υπολοίπων. Όπως και το περίφημο «είπαμε να κάνει ένα δωράκι στον εαυτό του αλλά όχι και 500εκ», σχετικά με τις μίζες για εξοπλιστικά.
Οι πολίτες αναγκάστηκαν να προσαρμοστού,ν για να επιβιώσουν στο έκτρωμα του πελατειακού κράτους που αν και δημιούργησε η δεξιά, γιγάντωσε ο Α.Παπανδρέου.
Απεδείχθη πως χωρίς αυτήν δεν παίρνεις την εξουσία ούτε κρατιέσαι για πολύ καιρό. Η συνταγή είναι απλή. Χρεώνεις τις επόμενες γενεές και εύχεσαι να μην σου σκάσει η βόμβα. Αλλά έσκασε.Αναμφισβήτητα η τωρινή χρεοκοπία έχει τις ρίζες τις στην πρώτη 8ετια διακυβέρνησης του Α.Παπανδρέου. Αν και μακροπρόθεσμα η οικονομική πολιτική του Α.Παπανδρέου αποδείχθηκε καταστροφική για τον τόπο, πολιτικά ήταν πετυχημένη. Τόσο πολύ που βρήκε μιμητές στην ΝΔ και τον Κ.Καραμανλή.
      "Πολύ δύσκολο να αποτιμήσουμε το προσωπικό πολιτικό στίγμα του Ανδρέα Παπανδρέου"
       * Π.Ε. Πετράκης, Καθηγητής ΕΚΠΑ
Νομίζω ότι η οικονομική πολιτική του Α.Π. μπορεί να διακριθεί σε δύο βασικές περιόδους. Η πρώτη που περιλαμβάνει την περίοδο πριν την ανάληψη εξουσίας και φθάνει μέχρι το 1989 χαρακτηρίζεται από μία έντονη διεκδικητική στάση απέναντι στην εσωτερική δομή εξουσίας με βελτίωση του βιοτικού επιπέδου μεγάλων λαϊκών στρωμάτων, κρατικοποιήσεις, τα ΜΟΠ και τη διόγκωση της σημασίας του δημόσιου τομέα στην οικονομία που χρηματοδοτήθηκε κυρίως από τον εσωτερικό δανεισμό. Το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας επιλύθηκε κυρίως μέσω των υποτιμήσεων (1983, 1985). Η δεύτερη περίοδος 1993 – 1996 έχει αρκετά διαφορετικά χαρακτηριστικά, αφού προετοιμάζει την Ελληνική οικονομία για την ένταξή της στους αυστηρότερους θεσμούς της Ευρωπαϊκής οικονομίας. Ως αποτέλεσμα, οι επεκτατικές κεϋνσιανές αντιλήψεις υποχώρησαν, ενώ ετέθησαν οι βάσεις για την έναρξη των πρώτων αποκρατικοποιήσεων (ΟΤΕ).
Όσον αφορά στο ποια ήταν τα σωστά και λάθη στην οικονομική πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου, το ερώτημα αφορά το αποτύπωμα της οικονομικής πολιτικής του Α. Παπανδρέου με κριτήριο την ευημερία του Ελληνικού λαού. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο εάν τοποθετήσετε την πολιτική του στο ευρύτερο διεθνές πλαίσιο. Είναι οι εποχές που προετοιμάζουν τις μεγάλες συγκλίσεις που έγιναν αργότερα, στην ευρωπαϊκή οικονομία και στον δυτικό κόσμο γενικότερα, με τη βοήθεια κυρίως της επέκτασης του χρηματοπιστωτικού τομέα. Είναι λοιπόν μεταβατικές εποχές από τη χαμηλή ανάπτυξη και τον ισχυρό πληθωρισμό της δεκαετίας του1980 στο Great Moderation (παγκόσμια ομαλοποίηση των ρυθμών μεγέθυνσης) και την έναρξη της διαδικασίας συγχρονισμού των κεντρικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της δύσης στη δεκαετία του 1990 και αργότερα του 2000. Πρόκειται λοιπόν για μία ευνοημένη περίοδο διεθνούς ανόδου με αυτόνομη δυνατότητα άσκησης εσωτερικής οικονομικής πολιτικής προσαρμοσμένης στις οικονομικές δυνατότητες της χώρας. Επρόκειτο για την περίοδο με τον τέλειο συνδυασμό δυνατοτήτων και αποτελεσματικότητας των οικονομικών πολιτικών με κύριο αποτέλεσμα την άνοδο της Μεσαίας τάξης στην Ελλάδα και σε όλες τις Δυτικές Οικονομίες.
                                                       Πλεονασμός και κατασπατάληση πόρων
Ταυτοχρόνως όμως θα έπρεπε να είναι περίοδος εκσυγχρονισμού και αναδιάρθρωσης της Ελληνικής οικονομίας για την ισχυροποίηση της μελλοντικής παρουσία της.
Όμως εδώ ο πίνακας αποτελεσμάτων δείχνει πολύ χαμηλές επιδόσεις. Τα κονδύλια των διαρθρωτικών ταμείων κατευθύνθηκαν κυρίως προς εισοδηματικές ενισχύσεις και τα κίνητρα ενεργοποίησης της οικονομίας προσανατολίζονται στην παραγωγή και διεθνώς ανταγωνιστικών προϊόντων που απευθύνονται κυρίως προς την εσωτερική αγορά. Οι επενδύσεις παίρνουν τη μορφή κυρίως των έργων υποδομής και οικοδομής, που θα παίξουν μεγαλύτερο ρόλο αργότερα. Λείπουν οι επενδύσεις που θα ανανέωναν το βιομηχανικό δυναμικό της χώρας. Η εκπαίδευση ως κοινωνική επένδυση διευρύνεται αλλά απέχει από τις μελλοντικές ανάγκες του Ελληνικού ανθρώπινου δυναμικού, αφού παίρνει περισσότερο τη μορφή ποσοτικής συσσώρευσης γνώσεων και όχι της καλλιέργειας παιδείας στον σύγχρονο κόσμο. Έτσι όμως διαμορφώνεται μία κοινωνία που εάν τις ετίθετο (που της ετέθησαν) δύσκολα προβλήματα δε θα μπορούσε να τα διαχειριστεί.
Ο πλεονασμός πόρων χωρίς τη φροντίδα για τη διασφάλιση του μέλλοντος οδήγησε στην σπατάλησή τους και στη διαμόρφωση ενός ακραίου καταναλωτικού οικονομικού προτύπου που επιτάθηκε στην δεκαετία του 2000.
                    Ευθύνες έχει όλη η πολιτική τάξη από το 1980 ως την πτώχευση του 2010
Όλη η πολιτική τάξη που κυβέρνησε τη χώρα από το 1980 και μέχρι την πτώχευση του 2010 αναγκαστικά έχει ευθύνες. Αυτοί που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν περισσότερες.
Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν αυτοί οι πολιτικοί και η πολιτική τους ήταν αντανάκλαση των κοινωνικών επιθυμιών και απλώς εξέφραζαν πραγματικές τάσεις της κοινωνίας ή εάν είχαν και προσωπική συμβολή στη διαμόρφωση των πραγματικών δεδομένων της χώρας.
Είναι πολύ δύσκολο να αποτιμήσουμε το προσωπικό πολιτικό στίγμα του Α.Π. Αναρωτιέμαι δηλαδή μήπως η «επιτυχία» της διακυβέρνησής του δεν ήταν τίποτα άλλο παρά η ακρίβεια της αντανάκλασης των επικρατουσών κοινωνικών τάσεων. Όμως και εάν έτσι είχαν τα πράγματα ο πολιτικός ως πρωτοποριακή έκφραση της κοινωνίας έχει αυξημένες ευθύνες.

πηγή: news247